ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ ΛΕΗΛΑΣΙΕΣ

 

Ημασταν όλοι Ιρακινοί

1. / 2.   

 

Εθνική και κοινωνική απελευθέρωση

Κάποιες από τις λεηλασίες ή άλλες "τυφλές" βιαιότητες που συνοδεύουν το κενό εξουσίας εν καιρώ πολέμου, δεν είναι παρά έκφραση των υφιστάμενων ταξικών αντιθέσεων, σε συνθήκες που η κοινωνία έχει αποβάλει τους συνήθεις φραγμούς της ειρηνικής περιόδου. Στον ελλαδικό χώρο, η χαρακτηριστικότερη εμπειρία αυτού του είδους σημειώθηκε στη διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού πολέμου.

"Η ήττα των τουρκικών όπλων", επισημαίνει εύστοχα η έκθεση του Ιδρύματος Κάρνετζι, "αντιπροσώπευε κάτι παραπάνω από μια πολιτική αλλαγή. Ανέτρεπε τις σχέσεις ανάμεσα σε νικητές και δούλους, υποσχόταν μια κοινωνική επανάσταση" (Dotation Carnegie pour la Paix Internationale, "Enquete dans les Balkans", Παρίσι 1914, σ. 55-6).

Στη σκιά των νικηφόρων στρατιών της βαλκανικής χριστιανοσύνης, λύθηκαν έτσι με απολύτως συνοπτικές διαδικασίες κοινωνικές αντιθέσεις αιώνων κι εκτονώθηκαν συλλογικά μίση δεκαετιών. "Ευρωπαίος επιστάτης μιας μεγάλης ιδιοκτησίας εις το διαμέρισμα τούτο", γράφει για τον κάμπο του Κιλκίς ο ανταποκριτής των Times, "με εβεβαίωσεν ότι οι Βούλγαροι χωρικοί διεμοίρασαν μεταξύ των τας επαύλεις και τα κτήματα των Τούρκων ιδιοκτητών, και προτού ακόμη οι τελευταίοι ούτοι σφαγώσιν" (Κρώφορντ Πράις, όπ.π., σ. 139). 

Δυο από τα πρώτα διηγήματα του Γεωργίου Μόδη (1920) έχουν επίσης ως αντικείμενο αντίστοιχα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών του 1912 στην περιοχή της Πτολεμαϊδας, ανάμεσα σε χριστιανούς κολήγους και μουσουλμάνους τσιφλικάδες.

Σε κάποιες περιπτώσεις, ωστόσο, η ταξική αυτή σύγκρουση διεκπεραιώθηκε στο εσωτερικό του ίδιου στρατοπέδου -αυτού των "νικητών". Η γλαφυρότερη αποτύπωση ενός τέτοιου συμβάντος έχει γίνει από το Σπύρο Μελά. Τόπος το χωριό Μόκρο (σημ. Λιβαδερό Κοζάνης), δράστες οι έλληνες κολίγοι και θύμα ο -επίσης έλληνας- τσιφιλικάς Δημήτριος Περιτσιώτης.

"Ενα μπουλούκι από αρματωμένους χωριάτες", διαβάζουμε, "περίζωσαν με αλαλαγμούς έναν ξερακιανό, μεσόκοπο, καλοφορεμένο άνθρωπο με ξανθωπό μουστάκι και ύφος νοικοκύρη, που μπροστά στην εκκλησία, στο έμπα του χωριού, φαινότανε να προσμένει μ' αγωνία πότε θάφτανε ο στρατός. Κιτρίνισε σα λεμόνι όταν τον περίζωσαν οι χωριάτες, τρομαγμένος και τους κοίταζε με μάτια βουβής ικεσίας.Οι χωριάτες, μανιασμένοι, φωνάζανε, βρίζανε, φοβερίζανε και τέλος τρεις απ' αυτούς άδειασαν τα όπλα τους κατά πάνω του". Σε ερώτηση ενός περαστικού φαντάρου, θα απαντήσουν ότι ο νεκρός "ήταν προυδότ'ς, ρουμανίζοντας" (Σπ. Μελάς, όπ.π., σ. 48-9).

Ακολούθησε η γνώριμη διαδικασία: "Οι φονιάδες τρέξανε αμέσως στην έπαυλη και γύρεψαν από την τρομαγμένη γυναικαδέλφη του σκοτωμένου να τους δώσει αμέσως την τσάντα όπου είχε τους τίτλους ιδιοκτησίας, τα συναλλάγματα, τους λογαριασμούς των ζευγάδων κι όλα του τα χαρτιά. Τους την έδωσε κλαίγοντας και παρακαλώντας να τους σπλαχνιστούν. Οι χωριάτες τα κάψανε στη στιγμή. Και δόθηκαν στο πλιάτσικο. Τα πάντα σήκωσαν από την έπαυλη. Ρολόγια, έπιπλα, κρεβάτια, σκεύη, ρουχισμό, στρωσίδια, ό,τι βλέπανε με μάτι φθονερό τόσον καιρό ν' αποτελεί την καλοπέραση του κυρίου τους, τα σήκωσαν μέσα σε λίγη ώρα κι άφησαν τους τοίχους θεόγυμνους. Εβγαλαν ακόμα και τα παπούτσια της γυναικαδέλφης από τα πόδια της" (σ. 50).

Μερικές μέρες αργότερα, ο Μελάς θα ξαναπεράσει απ' το Μόκρο. "Το κουφάρι του Περιτσιώτη απόμενε άθαφτο ακόμα στη μέση της πλατείας. Ορνια ή σκύλοι του είχανε φάει ένα μέρος απ' το πρόσωπο, το ένα μάτι και τα χείλια. Οι σφιγμένες του μασέλες, γυμνές πια, δίνανε στην κουρελιασμένη μορφή του νεκρού τσιφλικούχου μια παράξενη έκφραση άγριας οργής, σα να τάχε μ' εχθρό κρυμμένο στα σύγνεφα, που τ' ατένιζε βλοσυρό το άλλο μάτι, ακόμα ορθάνοιχτο" (σ. 95).



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Σπύρου Μελά "Οι πόλεμοι του 1912-1913" (εκδ. Μπίρης, Αθήνα 1958). Ξαναδουλεμένες αναμνήσεις του γνωστού βενιζελικού συγγραφέα από τη στρατιωτική του θητεία στα μέτωπα των Βαλκανικών πολέμων. Συχνές -και συνήθως γλαφυρές- περιγραφές των λεηλασιών που συνόδευσαν την προέλαση του ελληνικού στρατού αλλά και του ξεκαθαρίματος λογαριασμών στο εσωτερικό των τοπικών κοινωνιών.

Φίλιππου Δραγούμη "Ημερολόγιο. Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913" (εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννενα 1988). Ημερολογιακή καταγραφή της ίδιας περιόδου, από ένα γόνο γνωστής αθηναϊκής οικογένειας. Το πρώτο μέρος είναι πλούσιο σε ανάλογα βιώματα, το δεύτερο αποκαλυπτικό κυρίως για το κλίμα που επικρατούσε στους διαδρόμους των επιτελείων. 

Λύντιας Τρίχα (επιμ.) "Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913. Ημερολόγια και γράμματα από το μέτωπο" (εκδ. ΕΛΙΑ, Αθήνα 1993). Συλλογή ντοκουμέντων από λιγότερο επώνυμους στρατευμένους, με εξίσου συχνές ωστόσο αναφορές σε παρόμοια συμβάντα. 

Λέον Τρότσκι "Τα Βαλκάνια και οι Βαλκανικοί πόλεμοι" (εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1993, μετάφραση-εισαγωγή Παρασκευάς Ματάλας). Δημοσιεύματα του γνωστού μπολσεβίκου επαναστάτη, πολεμικού ανταποκριτή -τότε- της εφημερίδας 'Κιέφσκαγια Μισλ'. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η ανάλυση του "πολέμου που τρέφει τον εαυτό του", μέσα από την καταλήστευση των απελευθερωμένων περιοχών.

Lars Barentzen (ed.) "British reports on Greece, 1943-44" (εκδ. Museum Tusculanum Press, Κοπεγχάγη 1982). Συλλογή από εκθέσεις τριών βρετανών αξιωματικών συνδέσμων με το αντάρτικο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ (Τζον Στίβενς, Κρις Γουντχάουζ, Ντέιβιντ Ουάλας). Μεταξύ άλλων, ο τελευταίος περιγράφει τη συμμετοχή του τότε μητροπολίτη Παραμυθιάς στη λεηλασία του Μαργαριτιού από τον ΕΔΕΣ.


ΔΕΙΤΕ

Οι καραμπινιέροι (Les Carabiniers) του Ζαν Λικ Γκοντάρ (1963). Το διαχρονικό πρόσωπο του πολέμου, δοσμένο μέσα από την αντίστιξη επικών ρήσεων και ταπεινών στρατιωτικών πρακτικών.

(Ελευθεροτυπία, 27/4/2003)

 

www.iospress.gr                                  ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ