ΕΘΝΙΚΕΣ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Τα Μυστικά του Βούρκου

1. / 2.   

Λογοκριμένες Μακεδόνισσες

Δύο μεγάλα αποσπάσματα των απομνημονευμάτων που έχουν απαλειφθεί ολοκληρωτικά στις εκδόσεις του ΙΜΧΑ αφορούν τη (μη) συμμετοχή των γυναικών της Μακεδονίας στην ελληνική εξόρμηση -και κάποιες αξιομνημόνευτες εξαιρέσεις. 

Συνεπής με τα ενδιαφέροντά της, η Π.Σ. Δέλτα ζητάει να μάθει από το Γερμανό Καραβαγγέλη και το Γεώργιο Δικώνυμο-Μακρή «αν οι γυναίκες της Μακεδονίας βοηθούσαν τον αγώνα και λάβαιναν ενεργό μέρος σ' αυτόν, όπως στην Ελλάδα το '21 και στην Κρήτη». Οι εκτενείς απαντήσεις τους κρίθηκαν προβληματικές κι αποσιωπήθηκαν, για λόγους που μόνο να εικάσουμε μπορούμε.

*Πρώτος ρωτήθηκε ο Μακρής: «Μου αποκρίθηκε, γελώντας, με την τραγουδιστή Κρητικιά του προφορά: "Μπα τις κακομοίρες!..". Αφού όμως συλλογίστηκε λίγο, πρόσθεσε: "Μόνο μια φορά ένα κορίτσι από το Ορέχοβο θέλησε ν' ακολουθήση το σώμα μας και να βγει κι αυτή στο βουνό. [...]. Το Ορέχοβο είναι ένα μικρό χωριό από καμιά εξηνταριά σπίτια, μια ώρα πάνω-κάτω από το Μοναστήρι. Ελληνικότατο χωριό. Εκεί ταχτικά μας φιλοξενούσε ο Μπάρμπα Στέφος, ένας ενθουσιώδης πατριώτης, μ' όλο που δεν ήξερε κανένα Ελληνικό, ούτε 'καλημέρα'. Συνεννοούμασταν όμως με λίγα Βουλγάρικα που είχαμε μάθει εμείς. Κάθε φορά που περνούσαμε από κει περαστικοί μέναμε στο σπίτι του μια-δυο μέρες. Ο Μπάρμπα Στέφος είχε δυο νυφάδες, τη γυναίκα του και μια κόρη. Οι γυιοί του λείπαν στην Αμερική. Αυτός ήταν γεωργός, είχε μερικά χτηματάκια, ζευγάρι, άλογο, και του στέλναν κι οι γυιοί του από την Αμερική. Ούτε η γυναίκα του, ούτε οι νυφάδες του, ούτε η κόρη του ξέραν Ελληνικά. Η κόρη του ήταν ενθουσιασμένη όποτε μας έβλεπε. Ηταν ένα κοντό και παχουλό κορίτσι ίσαμε δεκαοχτώ χρονώ, στρογγυλοπρόσωπο, κόκκινο κι εύμορφο. Μια μέρα πήρε μαζί της ένα μικρό παιδί, ως δέκα χρονών (ανεψάκι της νομίζω) και ντυμένη με ρούχα αντρίκια, ένα παληοπαντέλονο και φέσι, μου παρουσιάστηκε στο λημέρι". [...]

- "Είχε όπλο;".

- "Οχι, δεν είχε, αλλά μας ζητούσε. Μόνο ένα μαχαίρι είχε κι όλο μας έλεγε πως θα σφάξη, θα σφάξη Βουλγάρους (κι αυτά τα 'λεγε βουλγαρικά). Εννοείται, είχε έρθει κρυφά από το σπίτι της. Τη ρώτησα αμέσως γιατί ήρθε και μου απάντησε 'Θ' ακολουθήσω μαζύ σας'. Εγώ της είπα πως αυτό δε γίνεται και ότι θα την πάω πίσω στον πατέρα της. Τότε άρχισε να με παρακαλή να μην την παραδώσω στον πατέρα της, παρά να της δώσω ένα τουφέκι για ν' ακολουθήση. Εγώ όμως την άλλη μέρα που πήγαμε στο χωριό την παράδωσα στον πατέρα της και τον παρακάλεσα μόνο να μη την μαλλώση ούτε να τη δείρη. Από τότε ξαναπεράσαμε πολλές φορές από κείνο το χωριό και την ξαναείδα πολλές φορές και πάντοτε μας περιποιόταν με σεβασμό και προθυμία» [σ. 35-36 του χειρογράφου]. 

*Το ίδιο ακριβώς επεισόδιο έχει καταγραφεί και στις αναμνήσεις του μακεδονομάχου Καραβίτη (σ. 593), με μίαν αξιοσημείωτη διαφορά: το «μικρό παιδί» που συνοδεύει τη 18χρονη Θεοδώρα στο βουνό, δεν είναι «10χρονο ανηψάκι» αλλά ένας «συνομήλικός της νέος», οπλισμένος μάλιστα «με ένα τσεκουράκι» -λεπτομέρεια που προσδίδει, φυσικά, μια κάπως διαφορετική διάσταση στο όλο γεγονός. 

*Παρεμφερής υπήρξε η απάντηση και του Καραβαγγέλη (σ. 66-7 του πρωτοτύπου): «Ρωτώ το Σεβασμιώτατο αν στο Μακεδονικό Αγώνα αναδείχθηκαν και γυναίκες ηρωίδες και μου απαντά, όπως και ο Μακρής, ότι καμιά δε διακρίθηκε για εξαιρετική παλληκαριά και πατριωτική δράση. "Μόνον η γυναίκα του Ζήση από το Απόσκεπο, που τον σκοτώσαν οι Βούλγαροι, μ' όλο που δεν ήξερε ούτε μια λέξη ελληνική, ήταν φανατική Ελληνίδα, και μου έλεγε - 'Αχ, δεν μου την κόβεις, Δεσπότη μου, αυτή τη γλώσσα;' Εννοείται ότι ο φανατισμός της εκορυφώθηκε με τη δολοφονία του αντρός της. Αυτή μας προσέφερε πολλές υπηρεσίες μένοντας στην Καστοριά. Γιατί μετά το φόνο του αντρός της από το φόβο μήπως τη σκοτώσουν κι αυτή, έφυγε από το Απόσκεπο και ήρθε κι εγκατεστάθηκε πια στην Καστοριά. Η Ζήσαινα, όπως τη λέγαμε, μας ειδοποιούσε ποια φανατικά όργανα του Βουλγ. Κομιτάτου περιφέρονταν στο παζάρι της Καστοριάς και ό,τι σχετικό με το Κομιτάτο μάθαινε. - Και οι Βούλγαροι δεν τη σκοτώσαν; 'Η δεν ήξεραν ότι τους κατασκόπευε; -Οι Βούλγαροι βέβαια και το ήξεραν, μα δεν μπορούσαν να της κάνουν τίποτα μέσα στην Καστοριά"».



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

«Αρχείο Μακεδονικού Αγώνα Πην. Δέλτα. Απομνημονεύματα»
 
(Θεσ/νίκη 1984, Ιδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου). Επανέκδοση, χωρίς τα εισαγωγικά κείμενα των επιμελητών και τα παραρτήματα, των απομνημονευμάτων του Γερμανού Καραβαγγέλη (π.έ. 1958), του Γεωργίου Δικώνυμου-Μακρή (π.έ. 1959) και του Παναγιώτη Παπατζανετέα (π.έ. 1960). 

Σπύρος Καράβας
«Το παλίμψηστο των αναμνήσεων του καπετάν Ακρίτα»

(Τα Ιστορικά, τχ. 31, 12.1999). Πρωτοπόρα παρουσίαση της «εθνικά ορθής» πλαστογράφησης της ιστορίας του Μακεδονικού Αγώνα, μέσα από τις διαδοχικές αλλοιώσεις των απομνημονευμάτων ενός κορυφαίου μακεδονομάχου.

Αλέξανδρος Ζάννας
«Το Αρχείο Π. Σ. Δέλτα στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη»

(Αρχειακά Νέα, τχ. 17, 7.1998). Περιγραφή του αρχείου της Δέλτα και συνοπτική αναφορά στη λογοκρισία των δημοσιευμένων απομνημονευμάτων από το ΙΜΧΑ «με βάση την μετεμφυλιακή ψυχροπολεμική διαμόρφωση των πραγμάτων».

Basil Gounaris
«Reassessing 90 years of Greek historiography on the "Struggle for Macedonia" (1904-1908)»

(Journal of Modern Greek Studies, vol. 14, 1996). Περιοδολόγηση της ελληνικής ιστοριογραφίας του Μακεδονικού Αγώνα, με ειδική αναφορά στη βιβλιογραφική «τομή» της δεκαετίας του '50.



ΔΕΙΤΕ

«Παύλος Μελάς»
του Φίλιππου Φυλακτού
(1968). Η αμιγώς «εθνικά ορθή» κινηματογραφική εκδοχή του Μακεδονικού Αγώνα, γυρισμένη -πότε άλλοτε;- στα χρόνια της χούντας. Η παραποίηση των πραγματικών γεγονότων ξεπερνά και τις πιο τρελές φαντασιώσεις της επίσημης ιστοριογραφίας. 

«Ο ανθός της λίμνης»
του Σταμάτη Τσαρουχά
(1999). Η ανανεωμένη εκδοχή του είδους -με έντονα τα σημάδια της μεταστροφής από το «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Πολυτεχνείο» στα εθνικόφρονα συλλαλητήρια του 1992. Παρά την εξαιρετική σκηνογραφική δουλειά, η σχέση του σεναρίου με τη μακεδονική πραγματικότητα του 1900, που (υποτίθεται ότι) περιγράφει, παραμένει εξαιρετικά προβληματική.


 

(Ελευθεροτυπία, 7/7/2002)

 

www.iospress.gr                                 ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ