ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΛΟΜΒΙΑ

Ο μύθος του ναρκω-αντάρτικου

1. / 2.   

Ενώ η ανθρωπότητα έχει το βλέμμα της στραμμένο προς την επικείμενη αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ, το δεύτερο μέτωπο του δεκαετούς πολέμου της κυβέρνησης Μπους κατά της «τρομοκρατίας» έχει ήδη ανοίξει, πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
 

Αναφερόμαστε στην Κολομβία, τέταρτη σε μέγεθος χώρα της Λατινικής Αμερικής και θέατρο εδώ και δεκαετίες μιας αιματηρής αναμέτρησης ανάμεσα στο καθεστώς και την ένοπλη αριστερά.

Η επέμβαση των ΗΠΑ στη σύρραξη αυτή χρονολογείται, βέβαια, πολύ πριν από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στη Ν. Υόρκη.

Ξεκίνησε με την προώθηση των γνώριμων «αντιανατρεπτικών» στρατηγικών στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, για να μετεξελιχθεί μετά το 1989 σε «εκστρατεία κατά των ναρκωτικών». 

Καθοριστική τομή σε αυτή την τελευταία κίνηση υπήρξε η υπογραφή στις 21 Αυγούστου 1989 από την κυβέρνηση Μπους της «Οδηγίας Εθνικής Ασφαλείας υπ' αριθμόν 18» περί «διεθνούς αντιναρκωτικής στρατηγικής». Κύριο αντικείμενο της τελευταίας ήταν η παροχή εκτεταμένης στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς τις κυβερνήσεις της Κολομβίας (και, δευτερευόντως, του Περού και της Βολιβίας), έτσι ώστε «να ανακτήσουν τον έλεγχο των χωρών τους από έναν επίβουλο συνδυασμό ανταρτών και εμπόρων ναρκωτικών». 

Με δεδομένη την ευφορία των ημερών (εποχή αμερικανοσοβιετικής συνεννόησης), η εκλαΐκευση αυτής της γραμμής από τα δυτικά ΜΜΕ προτίμησε να εστιάσει την προσοχή της στο δεύτερο σκέλος (τους μεγαλεμπόρους ναρκωτικών) και να αφήσει στη σκιά το ζήτημα της καταστολής της αριστεράς. 

Η επιλεκτικότητα αυτή θα υιοθετηθεί πανηγυρικά τα επόμενα χρόνια από την κυβέρνηση Κλίντον. Μεταξύ 1993 και 2000 η ετήσια αμερικανική βοήθεια προς την κυβέρνηση της Μπογκοτά αυξάνεται κατακόρυφα, επισήμως όμως προορίζεται αποκλειστικά και μόνο για την καταστολή των ναρκωτικών. 

Εντελώς διαφορετική εικόνα προκύπτει από τη μελέτη μιας πλειάδας εγγράφων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, της CIA, της DIA και της DEA, τα οποία καλύπτουν όλη την περίοδο 1988-2000 και δόθηκαν στη δημοσιότητα στις αρχές Μαΐου από τη μη κυβερνητική οργάνωση National Security Archive. Μολονότι πολλά από αυτά είναι αγρίως λογοκριμένα για «λόγους εθνικής ασφαλείας», αποδεικνύουν και με το παραπάνω ότι η «αντιναρκωτική» προσπάθεια της Ουάσιγκτον υπήρξε σαφώς δευτερεύουσα σε σχέση με τη συμβολή της στην εκστρατεία κατά της απειλούμενης κοινωνικής ανατροπής.

Δικαιολογητική βάση αυτής της αντίφασης αποτέλεσε το θεώρημα του «ναρκω-αντάρτικου».

Ο ισχυρισμός, δηλαδή, ότι υπάρχει στενή συνεργασία ανάμεσα στους κομμουνιστές αντάρτες των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων της Κολομβίας (FARC) και του Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού (ELN) αφενός, και τους «βαρόνους» των ναρκωτικών από την άλλη. Σύμφωνα λ.χ. με το Λατινοαμερικανικό Γραφείο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (28.3.2000), οι FARC είναι «οι σημαντικότεροι προστάτες της παραγωγής και διακίνησης ναρκωτικών» στο δυτικό ημισφαίριο. 

Πενήντα χρόνια αντάρτικο

Περιττό να πούμε πως αυτή η προπαγανδιστική εικόνα καθόλου δεν επιβεβαιώνεται από τα υπηρεσιακά έγγραφα που αναφέρουμε παραπάνω. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Κατ' αρχήν, η σύγκρουση ανάμεσα στο καθεστώς και την αριστερά είναι μια υπόθεση πολύ παλιότερη από τη (σχετικά πρόσφατη) μετατροπή της Κολομβίας σε κέντρο παραγωγής και διεθνούς διακίνησης ναρκωτικών.

Η υλική βάση αυτής της σύγκρουσης πρέπει να αναζητηθεί στην απίστευτη -ακόμη και για τα λατινοαμερικανικά δεδομένα- και διαρκώς αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα που συναντάμε σ' αυτή τη χώρα. Το 1999, το πλουσιότερο 25% των Κολομβιανών είχε εισόδημα 80 φορές μεγαλύτερο απ' ό,τι το φτωχότερο 25%. Ακόμα πιο ακραία είναι η κατάσταση στην ύπαιθρο: το 0,2% των γαιοκτημόνων κατέχει το 45% της γης, ενώ 13 εκατομμύρια αγρότες ζουν επίσημα κάτω από το όριο της φτώχειας. Καθόλου συμπτωματικά, η εφαρμογή μιας ριζοσπαστικής αγροτικής μεταρρύθμισης αποτελεί το σημαντικότερο (και διαχρονικό) αίτημα των ανταρτών.

*Σημείο εκκίνησης του αντάρτικου θεωρείται το ξέσπασμα, τον Απρίλιο του 1948, ενός πολύνεκρου εμφυλίου ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα της χώρας - τους Φιλελεύθερους (που υποστηρίζονταν από το εργατικό κι αγροτικό κίνημα) και τους συντηρητικούς (που προσπαθούσαν να το ανασχέσουν).

*Η σύγκρουση αυτή είχε αποτέλεσμα 300.000 νεκρούς κι έληξε το 1957, με τη θέσπιση ενός «Εθνικού Μετώπου» ανάμεσα στα δύο κόμματα, για την εκ περιτροπής εναλλαγή τους στην προεδρία και τη μεταξύ τους διανομή όλων των κρατικών αξιωμάτων -συμφωνία που διατηρήθηκε σε ισχύ έως τα τέλη της δεκαετίας του '70. 

*Κατ' εξοχήν θύματα της βίας και τελικοί χαμένοι του παιχνιδιού, οι εξεγερμένοι αγρότες της ενδοχώρας, συγκρότησαν, κάτω από την καθοδήγηση του Κ.Κ. Κολομβίας, εκτεταμένες «ζώνες αυτοάμυνας» και τις ανακήρυξαν σε «Ανεξάρτητες Δημοκρατίες».

*Με αμερικανική βοήθεια, ο στρατός τις ανακατέλαβε το 1964, απωθώντας τους αντάρτες -και χιλιάδες υποστηρικτές τους- στη ζούγκλα.

*Ο επόμενος γύρος άρχισε σχεδόν αμέσως, μέσα στο ευνοϊκό για τέτοια εγχειρήματα κλίμα της δεκαετίας του '60: Γκεβαρικοί φοιτητές και συνδικαλιστές δημιούργησαν το 1965 τον ELN. Την επόμενη χρονιά οι διάσπαρτες ανταρτοομάδες του ΚΚΚ συνενώθηκαν στις FARC, ενώ το 1968 μαοϊκοί διαφωνούντες ίδρυσαν τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (EPL). Μια τέταρτη οργάνωση, το Εθνικοαπελευθερωτικό Κίνημα της 19ης Απριλίου (Μ-19), θα προκύψει ύστερα από την εκτεταμένη νοθεία σε βάρος των αντιπάλων του Εθνικού Μετώπου κατά τις προεδρικές εκλογές του 1970.

*Στις αρχές της δεκαετίας του '80, ο συνολικός αριθμός των ανταρτών έφτανε τις 15.000 και η κυβέρνηση Μπετανκούρ αποφάσισε, παρά τη διαφωνία της Ουάσιγκτον και τις υπόγειες αντιδράσεις του στρατού, να διαπραγματευθεί μαζί τους.

*Το αποτέλεσμα μιας δεκαετίας ζυμώσεων -με αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις, διαδοχικές εκεχειρίες και βραχύβιες συμφωνίες- υπήρξε σε μεγάλο βαθμό απογοητευτικό. Το 1989-94, ορισμένες από τις αντάρτικες οργανώσεις (Μ-19, EPL κι η μειοψηφία του ELN) κατέθεσαν τα όπλα για να ενταχθούν, με καταστροφικά αποτελέσματα, στο πολιτικό παιχνίδι. 

*Πολύ πιο τραγική υπήρξε η απόπειρα των FARC να «δοκιμάσουν τα νερά», υπογράφοντας το 1984 μια προσωρινή κατάπαυση του πυρός και παροτρύνοντας τη μαζική τους βάση να συγκροτήσει το νόμιμο πολιτικό κόμμα Πατριωτική Ενωση (U.P.). Μέσα σε μια τετραετία (1986-'90), περισσότερα από 3.000 μέλη και στελέχη της U.P. -μεταξύ των οποίων 2 υποψήφιοι για την προεδρία της χώρας, 4 μέλη του Κογκρέσου και το 30% των υποψήφιων δημάρχων του κόμματος- δολοφονήθηκαν από ακροδεξιές παρακρατικές οργανώσεις. Προς μεγάλη προφανώς ικανοποίηση της αμερικανικής πρεσβείας, που στις 22.2.1988 εκτιμούσε ότι η διαφαινόμενη «εντυπωσιακή επιτυχία» της U.P. στις δημοτικές εκλογές «θα νομιμοποιήσει de facto τον έλεγχο των ανταρτών πάνω σε μεγάλα τμήματα της παραμεθορίου περιοχής» κι εξέφραζε την ανησυχία της για το ότι «αφ' ής στιγμής αρχίσει, αυτή η διαδικασία θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιστραφεί». 

Το ίδιο ακριβώς μοντέλο έμελλε να εφαρμοστεί και κατά τη διάρκεια των πρόσφατων διαπραγματεύσεων, από το καλοκαίρι του 1998 και μετά.

*Ενώ η συντηρητική κυβέρνηση του Αντρές Παστράνα δέχθηκε να παραχωρήσει στις FARC μια «αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη» 42.000 τετρ. χιλιομέτρων στην αραιοκατοικημένη ενδοχώρα, ως πρώτο βήμα για την διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου «κοινωνικού συμβολαίου» που θα έθετε τέρμα στον εμφύλιο πόλεμο, στρατός και παρακράτος υπονόμευσαν με κάθε μέσο αυτή τη διαδικασία.

*Ακόμη πιο θλιβερή υπήρξε η κατάληξη της απόπειρας του Παστράνα για μια ανάλογη συνεννόηση με τον ELN, την άνοιξη του 2000: αμέσως μετά την κάθοδό τους στην υπό διαμόρφωση «αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη», οι αντάρτες δέχθηκαν τη συντονισμένη επίθεση στρατού και παρακρατικών, με αποτέλεσμα σημαντικές απώλειες και τη μαζική εξολόθρευση των άοπλων οπαδών τους. 

Καθοριστική γι' αυτές τις εξελίξεις υπήρξε, άλλωστε, η αυξανόμενη στρατιωτική υποστήριξη των ΗΠΑ με πρόσχημα την «αντιναρκωτική» εκστρατεία. Με δεδομένη την αντίθεση του στρατού σε μια ειρηνευτική προσπάθεια που μοιραία θα τον έθετε στο περιθώριο της δημόσιας ζωής, ο πλουσιοπάροχος εφοδιασμός του με κάθε είδους όπλα και πολεμοφόδια υπονόμευσε αντικειμενικά κάθε διαπραγμάτευση.

Υπήρξαν όμως και «υποκειμενικές» ενθαρρύνσεις προς αυτή την κατεύθυνση, όπως αποκαλύπτουν τα έγγραφα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Επισκεπτόμενος λ.χ. επίσημα την Κολομβία το Μάϊο του 1997, ο πρόεδρος της υποεπιτροπής Εθνικής Ασφαλείας της αμερικανικής Βουλής Ντένις Χάστερτ, κατήγγειλε δημόσια το «αριστεροκρατούμενο Κογκρέσο» που «χρησιμοποιεί τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πρόσχημα, για να βοηθήσει την αριστερά σε διάφορες χώρες», και ενθάρρυνε ανοιχτά την ηγεσία του στρατού να παρακάμψει τους όποιους τυπικούς περιορισμούς όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των αμερικανικών όπλων. 

Αντάρτες και ναρκωτικά

Πόσο ευσταθούν, όμως, οι κατηγορίες για διαπλοκή των ανταρτών με την παραγωγή και διακίνηση των ναρκωτικών; Η καλλιέργεια της κόκας σε πολλές από τις ζώνες που ελέγχουν οι αντάρτες είναι γεγονός, όπως και η συνύπαρξη των επαναστατών με τους μικροκαλλιεργητές που προμηθεύουν την πρώτη ύλη στα καρτέλ της μαφίας. 

Επίσημη θέση τόσο των FARC όσο και του ELN είναι ότι δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το όλο κύκλωμα και ότι, απλώς, δεν έχουν καμιά διάθεση να υποκαταστήσουν το κράτος, στρεφόμενοι εναντίον του πιο αδύναμου κρίκου της αλυσίδας - των μικροκαλλιεργητών που στράφηκαν στην κόκα επειδή η απουσία οποιουδήποτε κρατικού προστατευτισμού έχει καταστήσει οποιαδήποτε άλλη καλλιέργεια μη βιώσιμη. 

Ανεξάρτητες πηγές επισημαίνουν ωστόσο ότι αυτή η πολιτική ανοχής συνοδεύεται από την επιβολή από μέρους των ανταρτών ενός ειδικού «φόρου» (gramaje) επί του προϊόντος, ανάλογου με τις άλλες μορφές «επαναστατικής φορολογίας» που επιτρέπουν τη συντήρηση των ένοπλων οργανώσεων.

Σε μεγάλο βαθμό, η τελευταία αυτή εικόνα προκύπτει και από τις εκθέσεις των αμερικανικών υπηρεσιών που έχουμε στη διάθεσή μας.

*Τόσο η CIA όσο και η -κατεξοχήν αρμόδια- Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (DEA) φαίνονται να διατηρούν σαφείς επιφυλάξεις απέναντι στις προπαγανδιστικές γενικεύσεις περί «ναρκω-αντάρτικου»:

«Οι σχέσεις μεταξύ των λαθρεμπόρων και των ανταρτών χαρακτηρίζονται από συνεργασία αλλά και από τριβές», υποστηρίζει λ.χ. μια -αγρίως λογοκριμένη- έκθεση της CIA (29.7.1992). «Μολονότι οι λαθρέμποροι κατά καιρούς ωφελούνται από την προστασία των ανταρτών, απεχθάνονται τους αντάρτες και κάποιες φορές έχουν χρησιμοποιήσει βία για να αντισταθούν στις καταχρήσεις τους. [...] »Εκτός από τις απώλειες που υφίστανται μέσω της υποχρεωτικής καταβολής "επαναστατικών φόρων", ορισμένοι λαθρέμποροι έχουν δει τις πάλαι ποτέ ανθούσες επιχειρήσεις τους να αποδιοργανώνονται, τις προσπάθειές τους να αναπτύξουν μηχανισμούς επεξεργασίας και διακίνησης να παρενοχλούνται, και τον έλεγχό τους πάνω στις τιμές της κόκας να απειλείται. Στην πραγματικότητα, πολλοί λαθρέμποροι θα καλωσόριζαν, ακόμη και θα βοηθούσαν, την κλιμάκωση των κυβερνητικών επιχειρήσεων εναντίον των ανταρτών».

*Ακόμα πιο κατηγορηματική είναι η DEA, σε πολυσέλιδη έκθεσή της τον Ιούνιο του 1994: «Οι κολομβιανές αντάρτικες οργανώσεις παραδοσιακά υποστήριζαν τις δραστηριότητές τους με εκβιαστική απόσπαση χρημάτων και απαγωγές μεγαλοκτηματιών και άλλων πλουσίων ατόμων. Εδώ και πολλά χρόνια στοιχεία των FARC και του ELN αποσπούν "επαναστατικούς φόρους" από εμπόρους ναρκωτικών που δρουν στις περιοχές τους. Η κύρια πηγή εισοδήματος των ανταρτών, ωστόσο, εξακολουθεί να προέρχεται από εκβιασμούς κι απαγωγές που δεν σχετίζονται με τα ναρκωτικά. [...] Δεν υπάρχει κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο ότι η εθνική ηγεσία είτε των FARC είτε του ELN έχει δώσει εντολή για ενασχόληση των αντίστοιχων οργανώσεων με παραγωγή ή διακίνηση ναρκωτικών. Επιπλέον, ούτε οι FARC ούτε ο ELN έχει ακουστεί ότι αναμείχθηκαν στη μεταφορά, διακίνηση ή πώληση παράνομων ναρκωτικών ουσιών στις ΗΠΑ ή την Ευρώπη».

*Σαφέστατη είναι τέλος η ίδια έκθεση όσον αφορά τη στρατηγική διαφορά ανάμεσα στο αντάρτικο και τη μαφία: «Οι αντάρτες της Κολομβίας και οι έμποροι ναρκωτικών δεν έχουν τους ίδιους στόχους. Οι FARC και ο ELN βρίσκονται σε ανοιχτή ανταρσία κατά της κολομβιανής κυβέρνησης και οι ενέργειές τους αποσκοπούν στην υπονόμεση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Οι κολομβιανοί έμποροι ναρκωτικών, αντίθετα, είναι πλούσιοι, βίαια επιθετικοί καπιταλιστές που θέλουν να εκμεταλλευτούν, κι όχι να καταστρέψουν, το πολιτικό σύστημα και την ελεύθερη αγορά της Κολομβίας».

Κατ' εξοχήν προϊόν αυτής της αντιπαλότητας, θα είναι η προσφορά της ναρκω-μαφίας προς το καθεστώς ενός εξαιρετικά αποτελεσματικού όπλου εναντίον της ανταρσίας: των ακροδεξιών, παρακρατικών «αποσπασμάτων θανάτου».

Μαφία και παρακράτος

Μολονότι οι απαρχές του θεσμού βρίσκονται στη δημιουργία «πολιτοφυλακών» -αντίστοιχων με τα δικά μας ΤΕΑ- ήδη από το 1968 η πρώτη αυτοτελής παρακρατική οργάνωση, με την ονομασία «Θάνατος στους Απαγωγείς» (MAS), ιδρύθηκε το Δεκέμβριο του 1981 από τη μαφία της κοκαΐνης, ως απάντηση στην απαγωγή ενός μέλους της από τις FARC. Στην ίδια σύσκεψη, σύμφωνα με πηγές της DEA, μοιράστηκε και η πιάτσα ναρκωτικών των ΗΠΑ ανάμεσα στα καρτέλ του Μεντελίν και του Κάλι (Dale Scott & Marshall 1991, σ. 89 & 96).

Τους αμέσως επόμενους μήνες, στο MAS προσχώρησαν υψηλόβαθμοι αξιωματικοί του στρατού, μεγαλοκτηνοτρόφοι του Πουέρτο Μπογιακά και οι αντιπρόσωποι της αμερικανικής εταιρείας Texas Petroleum Co. (Nazih Richani «The paramilitary connection», NACLA Report on the Americas, 9-10.2000, σ.38).

Η κλιμάκωση του εμφυλίου πολέμου αλλά και η ανάπτυξη των συνδικαλιστικών αγώνων στην ύπαιθρο και τις πόλεις οδήγησαν στον πολλαπλασιασμό αυτών των ομάδων.

Σύμφωνα με μεταγενέστερη έκθεση της CIA (13.6.1997), «οι σπόνσορες της παραστρατιωτικής δραστηριότητας περιλάμβαναν επιχειρηματίες όπως μεγαλοκτηνοτρόφους, ιδιοκτήτες φυτειών καφέ και ορυχείων σμαραγδιών» και, φυσικά, μεγαλεμπόρους ναρκωτικών. Εκτός από την προστασία των αφεντικών τους, οι εν λόγω συμμορίες αναλάμβαναν επίσης το ξεκαθάρισμα ενοχλητικών συνδικαλιστών, καθώς και «την εκτόπιση ιδιοκτητών και καταληψιών από τη γη τους», προκειμένου αυτή η τελευταία να περάσει στα χέρια των μαφιόζων.

-Παρά την τυπική απαγόρευσή τους από το ανώτατο δικαστήριο το 1989, οι παρακρατικοί σχηματισμοί παρέμειναν ενεργοί και το 1994 επανανομιμοποιήθηκαν από την κυβέρνηση του Ερνέστο Σαμπέρ, σαν «συνεταιρισμοί ασφαλείας» των κατοίκων της υπαίθρου.

-Το επόμενο βήμα σημειώθηκε τον Απρίλιο του 1997, με τη σύμπτυξη των συμμοριών σε μια «Ενωμένη Αυτάμυνα της Κολομβίας» (AUC), με επικεφαλής τον φυγόδικο Κάρλος Καστάνιο. Χάρη στην οφθαλμοφανή προβολή του από τα ΜΜΕ, αυτός θα αναδειχθεί τα επόμενα χρόνια σε πόλο συσπείρωσης της τρομοκρατημένης «μεσαίας τάξης».

-Μεταξύ 1997 και 2000, οι ένοπλοι παρακρατικοί αυξάνονται από 4.000 σε 8.000, αναπτύσσοντας τις δραστηριότητές τους στο 1/4 της κολομβιανής επικράτειας. Οι επίσημες στατιστικές τούς αποδίδουν το 75% των θυμάτων της πολιτικής βίας, που ανέρχονται σε 3.500 νεκρούς το χρόνο.

Στις συνεντεύξεις του, ο Καστάνιο δηλώνει επίσημα ότι βγάζει 2 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο από το εμπόριο των ναρκωτικών αλλά, παρ' όλα αυτά, δεν έχει κανένα πρόβλημα με την αμερικανική εκστρατεία εναντίον τους («Washington Post» 12.3.2001)! Για του λόγου το αληθές, εύγλωττη υπήρξε η ανακάλυψη (10.8.97) τεσσάρων γιγάντιων εργοστασίων παραγωγής κοκαΐνης στη ζώνη ελέγχου της AUC. 

Πρόκειται, αναμφίβολα, για την πιο κραυγαλέα πλευρά της γενικευμένης διαπλοκής του καθεστώτος με μια «εθνική» οικονομία βασισμένη όλο και περισσότερο στην παραγωγή και διακίνηση παράνομων ουσιών. Διαπλοκή που δεν αφήνει απ' έξω ούτε τους ίδιους τους «διωκτικούς» μηχανισμούς. 

Η πιο τρανταχτή απόδειξη γι' αυτό προέκυψε τον Ιούνιο του 1999, όταν ένας ταχυδρομικός έλεγχος ρουτίνας αποκάλυψε ότι η Λόρι Χιτ, σύζυγος του επικεφαλής των αμερικανικών δυνάμεων στην Κολομβία συνταγματάρχη Τζέιμς Χιτ, είχε στείλει στις ΗΠΑ έξι πακέτα κοκαΐνης με παραλήπτη τον υπηρεσιακό σοφέρ του συζύγου της. Ο ίδιος ο επικεφαλής του «πολέμου κατά των ναρκωτικών» ομολόγησε ότι γνώριζε μεν πως η σύζυγός του έβγαζε από κάθε ταξίδι της στην Ουάσιγκτον 25.000 δολάρια, δεν ενδιαφέρθηκε όμως να μάθει το πώς!

Παρά τις εξαιρετικά επιβαρυντικές συνθήκες, οι δικαστές φάνηκαν άλλωστε τελικά απίστευτα επιεικείς: η μεν κυρία Χιτ καταδικάστηκε σε 5ετή κάθειρξη (5.5.2000), ο δε συνταγματάρχης στη γελοία ποινή της 5μηνης φυλάκισης (14.7.2000). 

Αποτυχία και κλιμάκωση

Καθόλου περίεργο, λοιπόν, που η όλη «αντιναρκωτική» εκστρατεία έχει καταλήξει σε παταγώδη αποτυχία. Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις του αμερικανικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, το 1989 η Κολομβία παρήγαγε μόλις το 10% της κόκας (κι επεξεργαζόταν το 80% της κοκαΐνης) που εισαγόταν στις ΗΠΑ. Το 2000, το ποσοστό της στην παραγωγή είχε φτάσει το 80%, ενώ η έκταση των καλλιεργειών αυξάνεται κάθε χρόνο κατά 20-30% -κι αυτό, παρά τους καταστροφικούς για τον άνθρωπο και το περιβάλλον αεροψεκασμούς με καρκινογόνες ουσίες και βιολογικά όπλα (βλ. αναλυτικά τον «Ιό» στις 24.9.2000).

Αυτός είναι κατά πάσα πιθανότητα και ο λόγος που η τωρινή κυβέρνηση Μπους αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση, παραμερίζοντας τους ισχυρισμούς των προκατόχων της και αναγνωρίζοντας την ανάμειξή της στον κολομβιανό εμφύλιο ως μέρος της διεθνούς «αντιτρομοκρατικής» εκστρατείας της. Γραμμή που ανταποκρίνεται βέβαια πλήρως στις αμφιλεγόμενες συμμαχίες της, δεν υπόσχεται όμως τίποτα το καλό για τους -άμεσα ενδιαφερόμενους- Κολομβιανούς...
 

(Ελευθεροτυπία, 2/6/2002)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ