ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΒΡΑΪΚΟ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟ

Ο άγνωστος σιωνισμός

1.   2.   


Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια από τις πιο φορτισμένες πολιτικά έννοιες του τελευταίου αιώνα. Για μεγάλο μέρος της παγκόσμιας (και, φυσικά, της ελληνικής) κοινής γνώμης συνδέεται με κάθε πιθανή και απίθανη συνωμοσιολογία. Η στρατηγική των αντισημιτών όπου γης, να συγκαλύπτονται πίσω από την ηπιότερη προσωνυμία του «αντισιωνιστή», πολλαπλασιάζει τη σύγχυση.
 

Κι όμως, ο σιωνισμός υπήρξε ένα απόλυτα ορατό πολιτικό φαινόμενο, πλήρως ενταγμένο στην εθνικιστική νεωτερικότητα του 19ου και του 20ού αιώνα: με τα συνέδριά του, τις τάσεις του, τις συγκεκριμένες διεκδικήσεις του, την προσαρμογή του στις εκάστοτε συγκυρίες, τις αντιπαλότητες που γέννησε. Τώρα που η βάρβαρη καταστολή της δεύτερης Ιντιφάντα τροφοδοτεί κάθε λογής ανακλαστικά, αξίζει να ασχοληθούμε μαζί του, ξεκαθαρίζοντας την ιστορική πραγματικότητα απ' το μύθο.

Τι είναι, λοιπόν, ο σιωνισμός;

* Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από τον εθνικισμό (το εθνικό κίνημα, αν προτιμάτε) που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα στο εσωτερικό των εβραϊκών κοινοτήτων της Ευρώπης και της Αμερικής, με στόχο τη δημιουργία μιας «εθνικής εστίας» (σαφέστερα: ενός εθνικού κράτους) στην Παλαιστίνη.

* Ως όρος, πρωτοδιατυπώθηκε το 1890 από τον βιεννέζο συγγραφέα Νόρμαν Μπιρνμπάουμ. «Σιών» ήταν ένας λόφος της αρχαίας Ιερουσαλήμ, λέξη που χρησιμοποιείται στους Ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης και ως εναλλακτική ονομασία της ίδιας της πόλης. 

Βέβαια, οι θιασώτες του τείνουν να προσδίδουν στο σιωνισμό ευρύτερες διαστάσεις -είτε αναζητώντας τις απαρχές του σε πολύ παλιότερους καιρούς (με την προσφυγή σε κείμενα της προχριστιανικής ιουδαϊκής γραμματείας), είτε φορτίζοντάς τον με ποικίλες μυστικές ή πολιτικές συνδηλώσεις. Πρόκειται όμως για μια τάση που συναντάμε σε όλα ανεξαίρετα τα εθνικά κινήματα, και η οποία δεν θα πρέπει να μας κάνει να χάσουμε από τα μάτια μας την ουσία των πραγμάτων. 

Το ξεκίνημα 

* Επίσημη αφετηρία του κινήματος αποτέλεσε το πρώτο σιωνιστικό συνέδριο, το οποίο πραγματοποιήθηκε στην ελβετική πόλη Βασιλεία τον Αύγουστο του 1897 με συμμετοχή 192 αντιπροσώπων από διάφορες χώρες. Το συνέδριο αυτό έθεσε ως σκοπό του σιωνιστικού κινήματος «τη δημιουργία, με νόμιμα μέσα, μιας εστίας για τον εβραϊκό λαό στην Παλαιστίνη». Ως ενδιάμεσοι στόχοι ορίστηκαν, επί λέξει, τα εξής:

1. «Η προώθηση του εποικισμού της Παλαιστίνης με εβραίους αγροτικούς και βιομηχανικούς εργάτες.

2. Η οργάνωση και το δέσιμο όλων των εβραίων μέσα από κατάλληλους θεσμούς, τοπικούς και διεθνείς, σε συμφωνία με τους νόμους κάθε χώρας.

3. Η ενίσχυση και η καλλιέργεια του εβραϊκού εθνικού συναισθήματος και συνείδησης.

4. Η προσπάθεια για την απόσπαση της συναίνεσης των κυβερνήσεων, όπου αυτό είναι απαραίτητο, για την επιτυχία των παραπάνω στόχων».

Από οργανωτική άποψη, αποτέλεσμα του συνεδρίου ήταν η δημιουργία μιας διεθνούς Σιωνιστικής Οργάνωσης, επιφορτισμένης με τη βολιδοσκόπηση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και την οργάνωση των επόμενων συνεδρίων (που τον πρώτο καιρό πραγματοποιούνταν σε ετήσια βάση). Ακολούθησε η σύσταση της «Εβραϊκής Αποικιακής Πίστης» για τη χρηματοδότηση του εποικισμού της Παλαιστίνης (1899) και του «Εθνικού Εβραϊκού Ταμείου» για την εξαγορά γης εκεί (1901). 

Πρώτος πρόεδρος της οργάνωσης εκλέχθηκε ο δημοσιογράφος Τέοντορ Χερτσλ (1860-1904). Την προηγούμενη χρονιά είχε εκδώσει ένα βιβλίο με τίτλο «Το εβραϊκό κράτος», όπου εξέφραζε την άποψη ότι το εβραϊκό ζήτημα είναι εθνικό κι όχι κοινωνικό -και ότι, κατ' επέκταση, δεν πρόκειται να λυθεί με την αφομοίωση αλλά μονάχα με τη δημιουργία ενός ιδιαίτερου εθνικού κράτους. 

Το ζητούμενο δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση: Στην ίδια την Παλαιστίνη, το 1881, ο εβραϊκός πληθυσμός δεν ξεπερνούσε το 5% των κατοίκων (περίπου 24.000 σε σύνολο 500.000). Στις εβραϊκές κοινότητες της δυτικής Ευρώπης, οι σιωνιστές αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία, καθώς ελάχιστοι έβλεπαν με καλό μάτι την εγκατάλειψη των πατρογονικών τους εστιών για να αλλάξουν τρόπο ζωής στη μακρινή, οθωμανική Ανατολή.

Διαφορετικά ήταν τα πράγματα στην ανατολική Ευρώπη -την Αυστροουγγαρία και ιδίως τη Ρωσία- όπου οι εβραίοι αντιμετώπιζαν πολύ πιο άμεσα την πίεση θεσμοποιημένων διακρίσεων και διαδοχικών πογκρόμ.

Αν υπήρξε άλλωστε ένας παράγοντας που μπορεί να θεωρηθεί ως ο κατεξοχήν υπεύθυνος για τη γέννηση κι ανάπτυξη του σιωνισμού, αυτός δεν ήταν άλλος από τον αντισημιτισμό. Αυτός δημιούργησε σ' έναν αυξανόμενο αριθμό εβραίων την πεποίθηση ότι θα ήταν αδύνατο να ενσωματωθούν αρμονικά στις επιμέρους εθνικές κοινότητες των χωρών όπου ζούσαν. 

Η σχέση ανάμεσα στον αντισημιτισμό και τον σιωνισμό ήταν έτσι κάτι παραπάνω από συμπληρωματική. Η πρώτη μορφή σιωνιστικής οργάνωσης, η Hovevei Zion (Εραστές της Σιών) εμφανίστηκε στη Ρωσία αμέσως μετά το μεγάλο πογκρόμ του 1881, με σκοπό την «επιστροφή» των καταδιωκόμενων μελών της στην Παλαιστίνη.

Ο ίδιος ο Χερτσλ ήταν ένας σχεδόν απόλυτα αφομοιωμένος ισραηλίτης της Βιέννης, ώσπου ήρθε σε επαφή με το αντισημιτικό ξέσπασμα της υπόθεσης Ντρέιφους κατά την παραμονή του ως ανταποκριτή στο Παρίσι. Ανάλογη υπήρξε η διαδρομή και των περισσότερων από τα άλλα στελέχη του κινήματος. 

Αυτή η πίεση εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τις ταλαντεύσεις των πρώτων σιωνιστών όσον αφορά τον τόπο οικοδόμησης της εθνικής τους εστίας. Αν η ιδέα της Παλαιστίνης ήταν φορτισμένη από την θρησκευτική παράδοση, δεν έλειψαν καθόλου οι έναλλακτικές προτάσεις:

* «Πρέπει να βρούμε οπωσδήποτε μια πατρίδα, στην Παλαιστίνη, την Αμερική ή κάπου αλλού» γράφει χαρακτηριστικά το 1882 ένας από τους προπομπούς του κινήματος, ο Λέον Πίνσκερ.

* Στο «Εβραϊκό Κράτος», ο ίδιος ο Χερτσλ γράφει ότι «δύο περιοχές μπορούν να ληφθούν υπόψη» για τον προτεινόμενο εποικισμό: «Η Παλαιστίνη και η Αργεντινή».

* Σοβαρότερη υπήρξε, μεταξύ 1903 και 1905, η συζήτηση μιας επίσημης βρετανικής πρότασης για την παραχώρηση εδαφών στην Ουγκάντα. 

* Τελικά επικράτησε ο παλαιστινοκεντρισμός, αν και όχι χωρίς αντιδράσεις: μια ολόκληρη τάση του κινήματος, οι «τεριτοριαλιστές», διασπάστηκε διεκδικώντας μίαν οποιαδήποτε εδαφική αποκατάσταση. 

Η πολυμορφία

Ενα μέρος τους θα επιχειρήσει να οικοδομήσει, στα πρώτα χρόνια της ΕΣΣΔ, μια αυτόνομη εβραϊκή εθνική εστία στο Μπιρομπιτζάν της ανατολικής Σιβηρίας.

Το εδαφικό ζήτημα δεν ήταν το μοναδικό που έθεσε σε δοκιμασία την ενότητα των σιωνιστών.

Η εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων υπήρξε εξίσου συστατικό στοιχείο του σιωνισμού όσο και ο εποικισμός των Εβραίων (φωτό) 
Στο πέρασμα του χρόνου, επιμέρους διαφοροποιήσεις όσον αφορά είτε την ακολουθητέα τακτική είτε τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της υπό ίδρυση «εθνικής εστίας» είχαν ως αποτέλεσμα το σχηματισμό διαφορετικών ρευμάτων στο εσωτερικό του κινήματος: 

* Οι «πολιτικοί σιωνιστές», με επικεφαλής τον Χερτσλ, θεωρούσαν ότι μοναδικός δρόμος για την απόκτηση πατρίδας ήταν η υποστήριξη μιας ή περισσότερων από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. 

* Οι «πρακτικοί σιωνιστές», αντίθετα, υποστήριζαν πως μονάχα ο εποικισμός της Παλαιστίνης, ανεξάρτητα από τη θέληση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, είναι σε θέση να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα του εγχειρήματος.

* Σημείο τομής των παραπάνω, και ηγεμονικό ρεύμα μετά το 1911, ο «συνθετικός σιωνισμός» πρόκρινε την παράλληλη χρησιμοποίηση και των δύο δρόμων. Ο επικεφαλής της τάσης (και εμπνευστής του όρου), Χάιμ Βάιτσμαν, ανέλαβε από το 1920 πρόεδρος της οργάνωσης και το 1948 πρώτος πρόεδρος του κράτους του Ισραήλ.

* Αυξανόμενο υπήρξε προοδευτικά το ειδικό βάρος και του «σοσιαλιστικού σιωνισμού», με κύριο εκφραστή την οργάνωση Poale Zion (Προλεταριακή Σιών). Το ρεύμα αυτό ευαγγελιζόταν τη «διπλή απελευθέρωση» του εβραϊκού προλεταριάτου -εθνική και κοινωνική- με την οικοδόμηση ενός πρότυπου σοσιαλιστικού κράτους στην Παλαιστίνη.

Σε μόνιμη πολεμική με τις μη σιωνιστικές οργανώσεις, κόμματα και προσωπικότητες του διεθνούς σοσιαλιστικού κινήματος (που το έβλεπαν ως μια μορφή καθυπόταξης των εβραϊκών εργατικών στρωμάτων στους ομοθρήσκους τους αστούς και το σκοταδισμό των ραβίνων), θα αφήσει τα επόμενα χρόνια τη σφραγίδα του στον εποικισμό της Παλαιστίνης, μέσα από το εγχείρημα «εναλλακτικού σοσιαλισμού» των κιμπούτζ. 

* Σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση θα κινηθεί, από τη δεκαετία του '30 και μετά, το ακροδεξιό ρεύμα του «αναθεωρητικού σιωνισμού», με ηγέτη τον Ζεβ Γιαμποτίνσκι και κεντρικό εκφραστή την οργάνωση Ιργκούν.

Η εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων υπήρξε εξίσου συστατικό στοιχείο του σιωνισμού όσο και ο εποικισμός των Εβραίων (φωτό) 
Εντονα μιλιταριστική, αυτή η τάση θα διακριθεί κυρίως για το μαξιμαλισμό και την επιθετικότητά της εναντίον του γηγενούς αραβικού πληθυσμού: πολιτικό όραμά της είναι ένα Μεγάλο Ισραήλ, το οποίο θα καταλαμβάνει και τις δυο όχθες του Ιορδάνη (περιλαμβάνοντας, δηλαδή, και τη σημερινή Ιορδανία) και ο διαχωρισμός του από τον αραβικό περίγυρο με ένα «σιδηρούν τείχος».

Μια μειοψηφία τους (ομάδα Στερν) θα φτάσει το 1940-44 μέχρι τη (θεωρητική) συμμαχία με τους ναζί, στο όνομα της απελευθέρωσης της Παλαιστίνης από τις βρετανικές αποικιακές αρχές. 

* Πιο περιθωριακός ως προς την οργάνωση, ο «θρησκευτικός σιωνισμός» εξακολουθούσε να βλέπει στην «αλιγιά» (την «παλιννόστηση» των εβραίων στην Παλαιστίνη) όχι ένα πολιτικό σχέδιο, αλλά την καθαρτήρια προϋπόθεση μιας ατομικής «εξιλέωσης». 

* Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τον «πνευματικό σιωνισμό», που έβλεπε τη Διασπορά ως μόνιμη κατάσταση του εβραϊκού πληθυσμού και περιόριζε το όραμά του για την Παλαιστίνη στη δημιουργία ενός «πνευματικού κέντρου».

Στην πράξη, ο υπαρκτός σιωνισμός αποτέλεσε συγκρητισμό των παραπάνω τάσεων και ρευμάτων. Οι «πρακτικοί» και οι «θρησκευτικοί» διεκπεραίωσαν το μεγαλύτερο μέρος του εποικισμού, ενώ οι «πολιτικοί» απέσπασαν το 1917 τη συμφωνία της Βρετανίας για τη δημιουργία μιας (απροσδιόριστης) εβραϊκής «πατρίδας» στην Παλαιστίνη και το 1947 την απόφαση του ΟΗΕ για διχοτόμηση της περιοχής σε ένα εβραϊκό κι ένα αραβικό κράτος «αλά βοσνιακά» (απόφαση που απορρίφθηκε από τους Παλαιστινίους, με αποτέλεσμα τον πόλεμο του 1948 και τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ).

Οσο για τους φασίζοντες «αναθεωρητές», αυτοί διεξήγαγαν μεγάλο μέρος του ένοπλου αγώνα (1944-47) που υποχρέωσε τη Βρετανία να εγκαταλείψει την Παλαιστίνη, αλλά και της εθνοκάθαρσης του παλαιστινιακού πληθυσμού. Εθνοκάθαρσης που συνιστούσε ένα όχι ιδιαίτερα προβεβλημένο αλλά παρ' όλα αυτά συστατικό στοιχείο του όλου σιωνιστικού προγράμματος.

Ο αποικιακός χαρακτήρας

Γνήσιο τέκνο της εποχής που τον γέννησε, ο σιωνισμός χαρακτηριζόταν εξαρχής από την αποικιακή υπεροψία απέναντι στους «ιθαγενείς» και την πεποίθηση ότι ο Τρίτος Κόσμος είναι ένας «άδειος», «αδέσποτος» χώρος που περιμένει τους λευκούς εποικιστές να τον «αναπτύξουν» και να τον «εκπολιτίσουν». Η Παλαιστίνη δεν αποτελεί εξαίρεση σ' αυτό τον κανόνα:

«Για λογαριασμό της Ευρώπης», γράφει χαρακτηριστικά ο Χερτσλ, «θα φτιάξουμε εκεί κάτω έναν προμαχώνα απέναντι στην Ασία, θα είμαστε μια προωθημένη προφυλακή του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα». 

Οσο για τους Αραβες, που εξακολουθούν όπως είδαμε να αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, η συνταγή που προτείνει -όχι δημόσια, αλλά στο ημερολόγιό του (12.6.1895)- είναι: «Πρέπει να απαλλοτριώσουμε προσεκτικά τις ατομικές ιδιοκτησίες στις περιοχές που θα μας χορηγηθούν. Θα δοκιμάσουμε να διοχετεύσουμε τον άφραγκο πληθυσμό πέραν των συνόρων, παρέχοντάς του απασχόληση στις χώρες από τις οποίες θα διέλθει, ενώ θα του αρνούμαστε κάθε απασχόληση στη δική μας χώρα. Οι ιδιοκτήτες θα έρθουν με την πλευρά μας. Τόσο η διαδικασία της απαλλοτρίωσης, όσο και αυτή της μετακίνησης των φτωχών, πρέπει να διεκπεραιωθούν με διακριτικότητα και περίσκεψη».

Την εποχή που γράφονταν τα παραπάνω, οι υπό εκτόπιση «φτωχοί« αποτελούσαν το 90% των Παλαιστινίων.

Σαφέστεροι όσον αφορά αυτές τις «διαδικασίες» υπήρξαν φυσικά οι επίγονοι του Χερτσλ. Αν για τους παραστρατιωτικούς της Ιργκούν και τα εθνοκαθαρτήρια κηρύγματα του Γιαμποτίνσκι δεν υπήρξε ποτέ η παραμικρή αμφιβολία, χρειάστηκε η έλευση μιας σειράς «νέων ιστορικών» την τελευταία δεκαπενταετία για να πληροφορηθούμε ότι ανάλογοι σχεδιασμοί εκπορεύθηκαν και από τους «σοσιαλιστές σιωνιστές» -με πρώτο και καλύτερο τον «πατέρα της ισραηλινής ανεξαρτησίας», Δαβίδ Μπεν Γκουριόν. 

* Τον Οκτώβριο του 1941, λ.χ., ο Μπεν Γκουριόν δεν έκρυβε την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η αιματηρή σύρραξη που σάρωνε την Ευρώπη καθιστούσε πλέον εφικτή την προοπτική μαζικών πληθυσμιακών μετακινήσεων μεταπολεμικά -με την άσκηση «αλύπητης πίεσης» πάνω στον αραβικό πληθυσμό της υπό ίδρυση εβραϊκής πατρίδας. Ηδη από το 1937, το σχέδιό του προέβλεπε «τον ξεριζωμό κάπου 100.000 Αράβων από τα χωριά όπου ζούσαν για εκατοντάδες χρόνια» -εκτίμηση μάλλον μετριοπαθής όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων.

* Η υλοποίηση αυτών των σχεδιασμών διεκπεραιώθηκε, ως γνωστόν, στη διάρκεια του πολέμου του 1948, με μια πρότυπη επιχείρηση εθνοκάθαρσης που περιλάμβανε επιλεκτικές τρομοκρατικές σφαγές αμάχων και τον εξαναγκασμό εκατοντάδων χιλιάδων Παλαιστινίων να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να καταφύγουν ως πρόσφυγες στις γειτονικές χώρες. Τις παραμονές της ίδρυσης του Ισραήλ, στην επικράτειά του ζούσαν 650.000 Εβραίοι και 740.000 Παλαιστίνιοι· μετά το τέλος του πολέμου, στις εστίες τους είχαν απομείνει μόλις 160.000 Παλαιστίνιοι. 

* Με ειδική απόφασή της τον Ιούνιο του 1948, η κυβέρνηση Μπεν Γκουριόν απαγόρευσε την παλιννόστηση των προσφύγων. Τον Ιανουάριο του 1950 ψήφισε το «νόμο της επιστροφής», με τον οποίο οποιοσδήποτε εβραίος της υφηλίου έχει αυτόματα δικαίωμα εγκατάστασης και πολιτογράφησης στο Ισραήλ.

Μετά το 1948

Μέσα σε μια τριετία, 687.000 καινούριοι έποικοι ανέτρεψαν οριστικά τα δημογραφικά δεδομένα.

Από τη στιγμή που το εθνικό κράτος των εβραίων ήταν πια πραγματικότητα, οι στόχοι του σιωνισμού όφειλαν να επαναδιατυπωθούν.

* Εν έτει 1951, το 23ο Σιωνιστικό Συνέδριο όρισε ως μελλοντικό καθήκον των απανταχού σιωνιστών τη «σταθεροποίηση του κράτους του Ισραήλ, τη συγκέντρωση των προσφύγων στο Ισραήλ και την προώθηση της ενότητας του εβραϊκού λαού». 

* Ηταν ακόμα νωρίς. Με τα χρόνια, ιδίως μετά τον πόλεμο του 1967 και τη στρατιωτική κατάληψη του εναπομείναντος τμήματος της Παλαιστίνης, το περιεχόμενο αυτό μετατοπίστηκε ακόμη δεξιότερα.

* Το 27ο συνέδριο του 1968 θα περιλάβει στους κεντρικούς στόχους του σιωνισμού την «προώθηση των εβραϊκών πνευματικών και πολιτισμικών αξιών», την ενίσχυση της αρχαιογνωσίας και του «κεντρικού ρόλου του Ισραήλ στη ζωή του εβραϊκού λαού» όπου γης. Είναι σαφές ότι το πρόσωπο του νέου εθνικού εχθρού αναγνωρίζεται πλέον εντός των τειχών -στην «αποθρησκευτικοποίηση» και τις τάσεις «εθνικής χαλάρωσης» της νέας γενιάς. 

Η καινούρια συγκυρία τροφοδοτεί, άλλωστε, με νέα ρεύματα τον ισραηλινό εθνικισμό. Αν οι επίγονοι των «αναθεωρητών» κυβερνούν τη χώρα από το 1977 και δώθε, στα δεξιά τους έχει εμφανιστεί η τάση του «μεσσιανικού σιωνισμού». Με βασικό εκπρόσωπό της το κίνημα Gush Emunim (κι ακόμη πιο ακραία εκδοχή το φασιστικό Kach), πρωτοστατεί στον εποικισμό των Κατεχόμενων. Η διαρκής εδαφική επέκταση αναγορεύεται σε θρησκευτικό καθήκον και προάγγελος της έλευσης του Μεσσία. 

Τα αποτελέσματα είναι γνωστά -και τα βλέπουμε καθημερινά στις οθόνες μας...
 

(Ελευθεροτυπία, 28/4/2002)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ