Η ΧΟΥΝΤΑ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ

Ασφαλίτες με τήβεννο

1.   2.   

 

Χουντικοί πολλών ταχυτήτων

Το Ειδικό Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο ανέλαβε την εφαρμογή της Συντακτικής Πράξεως της 3.9.1974 «περί αποκαταστάσεως της νομιμότητος εις τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα» (ΦΕΚ 237), απαρτίστηκε από τέσσερις συμβούλους της Επικρατείας και τέσσερις τακτικούς καθηγητές ΑΕΙ. Πρόεδρός του ορίστηκε ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Γ. Μαραγκόπουλος. 

Σύμφωνα με τη διαδικασία που τηρήθηκε, για κάθε υπό εξέταση περίπτωση, το Ειδικό Πειθαρχικό όριζε εισηγητή ένα μέλος του, προκειμένου να εξακριβωθεί κατ' αρχάς η εγκυρότητα της αποδιδόμενης κατηγορίας. Στη συνέχεια, ο εγκαλούμενος λάμβανε γνώση του φακέλου που είχε στο μεταξύ σχηματιστεί και προχωρούσε στην απολογία του. Ακολουθούσε η εξέταση των μαρτύρων που υποδείκνυε ο εγκαλούμενος και η ενημέρωσή του για το περιεχόμενο των καταθέσεών τους.

*Στο Ειδικό Πειθαρχικό έφτασαν πολύ περισσότερες υποθέσεις από όσες τελικά κρίθηκαν. Και αυτό γιατί τα επιβαρυντικά για ορισμένους καθηγητές στοιχεία, τα οποία πολύ συχνά προέκυπταν από τις παράλληλες διαδικασίες των φοιτητικών «επιτροπών αποχουντοποίησης» και των γενικών συνελεύσεων των σχολών, αξιολογήθηκαν ως ανεπαρκή ή μη εμπίπτοντα στις διατάξεις της Συντακτικής Πράξεως. Ας σημειωθεί ότι η Συντακτική αυτή Πράξη προέβλεπε κατά κύριο την πειθαρχική τιμωρία όσων χρημάτισαν υπουργοί, γενικοί γραμματείς, διοικητές τραπεζών κ.ο.κ., όσων συνεργάστηκαν πολιτικά με τη χούντα και όσων συνετέλεσαν στην κατάλυση της αυτοτέλειας των ΑΕΙ. 

*Είναι προφανές ότι, παρά την όποια ανελαστικότητα των σχετικών άρθρων, υπήρχαν πάντοτε περιθώρια ερμηνείας, ορισμού των επίμαχων εννοιών, καθώς και συνυπολογισμού ή μη ελαφρυντικών. Εκτός αυτού, είναι βέβαιο ότι στο εσωτερικό του Ειδικού Πειθαρχικού Συμβουλίου ορισμένα από τα μέλη του επιδείκνυαν συχνά μια μεγαλύτερη «κατανόηση» προς τους εγκαλούμενους καθηγητές, ενώ κάποια άλλα εμφανίζονταν περισσότερο πρόθυμα να τους επιβάλουν υψηλότερες ποινές. Στις περιπτώσεις που τα μέλη του συμβουλίου δεν ομοφωνούσαν και διατυπώνονταν τρεις διαφορετικές απόψεις, η ασθενέστερη από αυτές αθροιζόταν στην πλησιέστερή της προκειμένου να εξασφαλιστεί πλειοψηφία.

*Στην προσπάθειά τους να αμυνθούν, οι χουντικοί καθηγητές, κυρίως εκείνοι που βαρύνονταν με τις σοβαρότερες κατηγορίες, επιχείρησαν σε πολλές περιπτώσεις να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της πειθαρχικής τους δίωξης. Κατά τους ισχυρισμούς τους, α) η κυβέρνηση δεν είχε στις 3.9.1974, προτού δηλαδή συγκληθεί η βουλή, την εξουσία να προβεί σε ρυθμίσεις αποκατάστασης της δημοκρατικής νομιμότητας εκδίδοντας πράξεις συντακτικού περιεχομένου και β) το Ειδικό Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκροτήθηκε κατά τρόπο αντισυνταγματικό και κατά παράβαση της «γενικώς παραδεδεγμένης αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, λόγω του πειθαρχικού κολασμού μόνον των καθηγητών εξ όλων των δημοσίων λειτουργών και λόγω της παραπομπής αυτών ουχί εις τα παγίως συγκεκροτημένα πειθαρχικά όργανα, αλλ' εις όργανον επί τούτο διά περιωρισμένον χρόνον συγκροτηθέν προς εκδίκασιν παραπτωμάτων συγκεκριμένων προσώπων». 

Τα επιχειρήματα αυτά συμπληρώνονταν σε αρκετές περιπτώσεις από ευθείες επιθέσεις στο πρόσωπο συγκεκριμένων μελών του συμβουλίου, τα οποία κατηγορούνταν για εμπάθεια και έλλειψη αντικειμενικότητας. Κάποτε, μάλιστα, το γεγονός ότι ορισμένα από τα μέλη του Συμβουλίου είχαν «ταλαιπωρηθεί» κατά τη διάρκεια της χούντας (απομακρύνθηκαν από την υπηρεσία τους, καθυστέρησε η προαγωγή τους, τους επιβλήθηκαν πειθαρχικές κυρώσεις ή ελήφθησαν εναντίον τους διοικητικά μέτρα) χρησιμοποιήθηκε ως λόγος για να ζητηθεί η εξαίρεσή τους.

*Είναι ευνόητο ότι οι αιτιάσεις αυτές των χουντικών παρέμειναν χωρίς αποτέλεσμα. Αλλά σαφές παραμένει και το γεγονός ότι το Ειδικό Πειθαρχικό Συμβούλιο ασχολήθηκε περισσότερο με τις περιπτώσεις δημόσιας και κραυγαλέας υποστήριξης της δικτατορίας, ενώ αντιμετώπισε ως δευτερεύουσας μάλλον σημασίας τις καθημερινές φιλοχουντικές συμπεριφορές κάποιων καθηγητών. Ετσι, δεν στάθηκε δυνατό να «αποδειχθούν» οι σχέσεις συνεργασίας κάποιων διδασκόντων με τους ασφαλίτες που κατά γενική ομολογία ξημεροβραδιάζονταν στο γραφείο τους ούτε να αξιολογηθούν ως συντριπτικά εναντίον τους στοιχεία οι εμετικές δηλώσεις ορισμένων καθηγητών για τους φοιτητές που συμμετείχαν στο αντιδικτατορικό κίνημα. 

Στοιχεία αυτού του είδους προέρχονταν συνήθως από τις μαρτυρίες (και ένορκες καταθέσεις) των ίδιων των φοιτητών, καθώς και από τους φακέλους που συγκροτούσαν οι φοιτητικές «επιτροπές αποχουντοποίησης». Το Ειδικό Πειθαρχικό Συμβούλιο, ωστόσο, δεν είχε την ευχέρεια -μήπως και τη βούληση;- να θεωρήσει το φοιτητικό κίνημα ισότιμο συνομιλητή του σε μια διαδικασία ριζικού ξεκαθαρίσματος των ΑΕΙ από τα χουντικά μιάσματα.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Παράρτημα της «Εφημερίδος της Κυβερνήσεως»
(Μάρτιος-Νοέμβριος 1975) Οι αποφάσεις του Ειδικού Πειθαρχικού Συμβουλίου για τους ακαδημαϊκούς δασκάλους όλων των βαθμίδων που κρίθηκαν για τη συνεργασία τους με τη χούντα. Αν και συχνά ελλιπή ή περιληπτικά, τα πρακτικά αυτά προσφέρουν μια μοναδική εικόνα για τη διαδικασία «αποχουντοποίησης» στα πανεπιστήμια.

Δημήτρη Νταβέα «Τα στοιχεία για τη συνεργασία των καθηγητών των Α.Ε.Ι. με τη δικτατορία» («Ο Πολίτης», τεύχος 2, Ιούνιος 1976, σ. 23-28). Τα ΦΕΚ του 1975 προσφέρουν το υλικό για ένα σχολιασμό των τρόπων με τους οποίους πραγματοποιήθηκε η συνεργασία των καθηγητών με τη χούντα. Αναλύεται η άμεση συμμετοχή τους στις χουντικές κυβερνήσεις, η προπαγανδιστική τους δουλειά υπέρ της δικτατορίας, οι διευκολύνσεις που πολλοί από αυτούς παρείχαν στους ασφαλίτες της σχολής τους κ.ο.κ.

Γιώργου Παπαδημητρίου «Η νομοθεσία της δικτατορίας για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα» («Ο Πολίτης», τεύχος 2, Ιούνιος 1976, σ. 19-23). Χρήσιμη σύνοψη του νομοθετικού οικοδομήματος, με το οποίο η δικτατορία επιχείρησε την «εξυγίανση» των ΑΕΙ. Η κατάργηση της αυτοδιοίκησής τους και η αντικατάστασή της από ένα πυκνό πλέγμα ελεγκτικών μηχανισμών.

Ευαγγέλου Σδράκα «Η ζωή μου» (Θεσσαλονίκη, 1986). Αυτοβιογραφική μαρτυρία του αμετανόητου «πρύτανη των τανκς». Χαρακτηριστικό δείγμα σκέψης και δράσης ενός καθηγητή που υπηρέτησε πιστά τη δικτατορία.



ΔΕΙΤΕ

«Η δίκη των βασανιστών» του Θεοδόση Θεοδοσόπουλου (1981). Η δικαστική εκκαθάριση της ειδεχθέστερης πλευράς της χούντας. Η αποχουντοποίηση των ΑΕΙ, ως γνωστόν, δεν κινηματογραφήθηκε... 

(Ελευθεροτυπία, 21/4/2002)

 

www.iospress.gr                                  ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ