Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΩΝ ΗΓΕΤΩΝ

Φόνοι εκ προμελέτης

1.   2.   


Καταπολεμούν, λένε, με κάθε τρόπο την τρομοκρατία: βομβαρδίζοντας κατοικημένες περιοχές και ξεριζώνοντας ελαιώνες ή γκρεμίζοντας σπίτια και νομιμοποιώντας τα βασανιστήρια. Οσο για τη δική τους τρομοκρατία, γι' αυτή φροντίζει πάντα η γλωσσοπλαστική δεινότητα των αρμόδιων υπηρεσιών. Οι δολοφονίες στελεχών του παλαιστινιακού κινήματος άλλωστε δεν συνιστούν τρομοκρατικές ενέργειες. Είναι, βλέπετε, απλώς, «εστιασμένοι φόνοι»...

 

Ηταν 9 Νοεμβρίου 2000. Στο χωριό Μπέιτ Σαχούρ της Δυτικής Οχθης του Ιορδάνη, κόσμος έχει μαζευτεί γύρω από ένα σπίτι που το προηγούμενο βράδυ δέχτηκε τα πυρά του ισραηλινού πυροβολικού. Πάνω από το πλήθος, ένα στρατιωτικό ελικόπτερο φέρνει βόλτες επί ώρα.

Οταν καταφθάνουν δυο Ι.Χ. με τοπικούς αξιωματούχους, για να υπολογίσουν τις ζημιές και να μιλήσουν στους κατοίκους, δυο εκρήξεις συγκλονίζουν. Χτυπημένο από ρουκέτες που εκτόξευσε το ελικόπτερο, το ένα από τα αυτοκίνητα έχει μετατραπεί σε μια μάζα σιδερικά. 

Μέσα από τα συντρίμμια θα ανασυρθεί το πτώμα του Χουσεΐν Αμπαγιάτ, ηγετικού στελέχους της Φατάχ και καθοδηγητή του κομματικού της μηχανισμού (Τανζίμ) σε όλη τη Δυτική Οχθη. Από την ίδια επίθεση βρήκαν επίσης το θάνατο δυο πενηντάχρονες νοικοκυρές, η Αζίζα Ντανούν και η Ράχνα Σαχίν, και τραυματίστηκαν 9 άτομα. 

Η επίσημη γραμμή

* Η επίσημη ανακοίνωση του ισραηλινού στρατού για το επεισόδιο δεν άφηνε καμία αμφιβολία:

«Στη διάρκεια μιας επιχείρησης που ξεκίνησε με πρωτοβουλία των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων στην περιοχή του Μπέιτ Σαχούρ, πύραυλοι εκτοξεύθηκαν από ελικόπτερο εναντίον οχήματος ανώτερου στελέχους της Φατάχ-Τανζίμ. Το στέλεχος σκοτώθηκε και ο συνοδός βοηθός του τραυματίστηκε. Η εν λόγω ενέργεια υπήρξε προϊόν μακροπρόθεσμης δραστηριότητας των ισραηλινών υπηρεσιών ασφαλείας, με στόχο τις ομάδες που είναι υπεύθυνες για την κλιμάκωση της βίας»...

* Εξίσου σαφής ήταν ο αρχηγός του επιτελείου, στρατηγός Γιτζάκ Εϊτάν: «Τέτοιου είδους ενέργειες αποφασίζονται στα ανώτατα κλιμάκια των Ε.Δ. και της κυβερνήσεως. Αυτό έγινε και τώρα. Δεν θα ήθελα επί του παρόντος να προβώ σε περαιτέρω διευκρινίσεις. Η ενέργειά μας βασίστηκε σε πληροφορίες των αρμόδιων υπηρεσιών και εκτελέστηκε με ακρίβεια από την ισραηλινή αεροπορία».

* Βρισκόμασταν ήδη στην έκτη εβδομάδα της δεύτερης Ιντιφάντα, στην οποία η κομματική οργάνωση της Φατάχ φαινόταν να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η εξέγερση δεν είχε ξεπεράσει το πρωτογενές επίπεδο βίας της προηγούμενης (1987-93): πετροπόλεμος, μολότοφ και κάποιες σποραδικές ένοπλες επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών βάσεων και περιπόλων. Ανάλογος ήταν και ο απολογισμός των θυμάτων: 126 Παλαιστίνιοι, 8 ισραηλινοί στρατιωτικοί και 10 έποικοι νεκροί, όλοι στα Κατεχόμενα (στο εσωτερικό του Ισραήλ υπήρχε ένας και μοναδικός νεκρός -κι αυτός Παλαιστίνιος). 

Παρ' όλα αυτά, το επιχείρημα που επιστρατεύθηκε για να νομιμοποιήσει αυτή την εν ψυχρώ δολοφονία ήταν -τι άλλο;- «αντιτρομοκρατικό»: το θύμα, λέει, σχεδίαζε ένοπλες επιθέσεις της «Τανζίμ» εναντίον στρατιωτικών στόχων σε χωριά της περιοχής.

Οσο για τις άτυχες γυναίκες που τον συνόδευσαν στον άλλο κόσμο, οποιαδήποτε δικαιολογία ή δήλωση κρίθηκε εκ των πραγμάτων περιττή. 

Δεν ήταν παρά μόνο η αρχή. Μέσα στον επόμενο ενάμιση χρόνο, αλλεπάλληλα χτυπήματα των κατοχικών δυνάμεων σκότωσαν 80 περίπου μεσαία ή ανώτερα στελέχη των νόμιμων παλαιστινιακών οργανώσεων, με τις ίδιες τρομοκρατικές μεθόδους που η διεθνής κοινότητα συνήθως καταγγέλλει μετά βδελυγμίας: φόνοι εν ψυχρώ, συχνά με βαρέα όπλα και κάποτε στο σωρό, με «παράπλευρες απώλειες» σε συνεπιβάτες, συγκατοίκους ή και απλούς περαστικούς. Ο σχετικός πίνακας που παραθέτουμε σε διπλανή στήλη είναι εξαιρετικά διαφωτιστικός.

Ισως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αυτής της πολιτικής, που σύντομα πήρε την επίσημη ονομασία «εστιασμένοι φόνοι» (targeted killings), είναι η ωμότητα με την οποία οι επίσημες ισραηλινές αρχές αναγνωρίζουν -και επιχειρούν να δικαιολογήσουν- την ενοχή τους.

* Η εξολόθρευση των αντιφρονούντων μπορεί να αποτελεί ένα λίγο-πολύ διεθνές φαινόμενο, συνήθως όμως διαπράττεται στο σκοτάδι. Εδώ, αντίθετα, ελάχιστες είναι οι προσπάθειες για τη συγκάλυψή του. 

Τους λόγους τους εξηγεί, με το σαφέστερο δυνατό τρόπο, ένας ανώτατος αξιωματικός των υπηρεσιών ασφαλείας του Τελ Αβίβ, κατά την κατάθεσή του στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή: «Η εξολόθρευση των καταζητούμενων προσώπων έχει αποδειχθεί χρήσιμη. Αυτή η δραστηριότητα παραλύει και τρομοκρατεί ολόκληρα χωριά, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να φοβούνται να προβούν σε εχθρικές ενέργειες» (Haaretz, 4/1/01).

Μίλησε κανείς για τρομοκρατία; 

Αναζητώντας κανείς τις ρίζες αυτής της πολιτικής, μοιραία θα ανατρέξει στις επιχειρήσεις της Μοσάντ, στις δεκαετίες του '70 και του '80, για την εξόντωση στελεχών του παλαιστινιακού κινήματος σε κάθε γωνιά της υδρογείου.

* Το πρώτο γνωστό θύμα ήταν ο Χασάν Καναφανί, μέλος της Κ.Ε. του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (FPLP), που δολοφονήθηκε μαζί με την ανήλικη ανιψιά του στη Βηρυττό στις 8 Ιουλίου 1972.

* Υστερα από τη σφαγή της Ολυμπιάδας του Μονάχου, η εκστρατεία εξολόθρευσης του μηχανισμού της PLO πήρε το χαρακτήρα «βεντέτας»: οφθαλμόν αντί οφθαλμού. 

Μέχρι το φόνο του Αμπού Τζιχάντ, τον Απρίλιο του 1988 στην Τύνιδα, ο σχετικός κατάλογος περιέλαβε 30 τουλάχιστον ονόματα.

* Ενα ποιοτικό άλμα σημειώθηκε με το ξέσπασμα της πρώτης Ιντιφάντα, το Δεκέμβριο του 1987: Ηδη ένα χρόνο πιο πριν, ο ισραηλινός στρατός είχε προχωρήσει στην «πειραματική» συγκρότηση ειδικών μονάδων με σκοπό την ευκολότερη «διείσδυσή» του στην παλαιστινιακή κοινωνία. Μιλώντας άψογα αραβικά και ντυμένοι με την ντόπια παλαιστινιακή ενδυμασία, άντρες και γυναίκες αυτών των ημιεπίσημων «ταγμάτων θανάτου» -γνωστότεροι σαν «μουσταριμπίν»- έπιασαν κανονικά δουλειά το 1988, με βασικό στόχο τη νέα γενιά αγωνιστών που αναδεικνυόταν μέσα από την εξέγερση. 

* Η πρώτη δημόσια αναφορά στη δράση τους θα γίνει τον Αύγουστο του 1989, ύστερα από την απαγωγή, το βασανισμό και το φόνο ενός παλαιστίνιου εφήβου με αμερικανική υπηκοότητα. Επίσημα, ωστόσο, η ύπαρξη των «ειδικών μονάδων» θα γνωστοποιηθεί μόλις τον Ιούνιο του 1991, σε μια θριαμβολογική (όσο και παραπλανητική) ειδησεογραφική εκπομπή της ισραηλινής TV.

Δημοσιογραφικές έρευνες και εκθέσεις των τοπικών οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα θα αποκαλύψουν τα επόμενα χρόνια ουκ ολίγες δραστηριότητες αυτού του αιματοβαμμένου παρακράτους. 

* Στις παραμονές της νέας Ιντιφάντα, η ύπαρξη των Ειδικών Μονάδων ήταν πια ομολογημένο γεγονός. «Ναι, εξοντώνουμε ανθρώπους» εξηγούσε γλαφυρά στην εφημερίδα «Maariv» (8.9.2000) ο ιδρυτής της μονάδας Duvdevan (Κεράσι), Ράμι Γκέρσον. «Η πολιτική όμως αυτή δεν εφευρέθηκε απ' τη μονάδα μας. Είναι μια πολιτική που προέκυψε από τις ειδικές επιχειρήσεις των επίλεκτων Ειδικών Δυνάμεων του στρατού, οι οποίες έκαναν τέτοια πράγματα από την εποχή της ίδρυσής τους και σε μέρη που δεν μπορείτε να φανταστείτε. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στους πράκτορες της Μοσάντ και στα παιδιά της Duvdevan που ανακατεύονται με τα σκατά; Οι τύποι της Μοσάντ φοράνε κοστούμια, μυρίζουν after shave, οδηγούν BMW και καθαρίζουν ανθρώπους στην Ευρώπη». 

* Το τρίτο αποφασιστικό βήμα σημειώθηκε με την έναρξη της καινούριας εξέγερσης, το Σεπτέμβριο του 2000. Στόχος τώρα δεν είναι κάποιοι νεαροί μαχητές στα χωριά και τα προσφυγικά στρατόπεδα, αλλά η ίδια η μεσαία στελέχωση των παλαιστινιακών οργανώσεων -η οποία, ύστερα από τις συμφωνίες του Οσλο, είχε περάσει στη νομιμότητα ή είχε επιστρέψει από την εξορία. 

Σημαντικές είναι επίσης οι τεχνικές διαφορές ανάμεσα στις προηγούμενες «εκκαθαρίσεις» και τις τωρινές. Τούτη τη φορά, το βάρος της αποστολής δεν ανατίθεται αποκλειστικά και μόνο στις σκιώδεις «ειδικές μονάδες», αλλά επιμερίζεται σε όλα τα κλιμάκια του στρατού: οι προγραμμένοι βρίσκουν το θάνατο από ρουκέτες ελικοπτέρων, οβίδες τανκς, ελεύθερους σκοπευτές ή τα οπλοπολυβόλα κάποιου μπλόκου. Αλλοι, πάλι, ανατινάζονται μέσα στα ΙΧ τους, σε κάποιον τηλεφωνικό θάλαμο ή μόλις ενεργοποιήσουν το κινητό τους.

«Προληπτικοί» φόνοι;

Σύμφωνα με τις επίσημες δικαιολογίες, η στρατηγική των «εστιασμένων φόνων» είναι καθαρά αμυντική, με στόχο την αποτροπή «τρομοκρατικών» χτυπημάτων εναντίον του εβραϊκού πληθυσμού.

* «Θα σας πω χωρίς περιστροφές σε τι συνίσταται αυτή η πολιτική» δήλωνε λ.χ. στην «Washington Post» (8.1.01) ο ισραηλινός υφυπουργός Αμυνας Εφραϊμ Σνεχ.

«Αν κάποιος έχει διαπράξει ή σχεδιάζει να διαπράξει τρομοκρατικές επιθέσεις, πρέπει να χτυπηθεί. Είναι αποτελεσματικό, ακριβές και δίκαιο». 

* Στο ίδιο μήκος κινείται και το πόρισμα της νομικής υπηρεσίας του ισραηλινού στρατού:

«Οι ένοπλες δυνάμεις έχουν το δικαίωμα να πλήττουν "εχθρικά στοιχεία" στα Κατεχόμενα Εδάφη σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν ο σκοπός είναι να σωθούν ζωές και απουσιάζει οποιαδήποτε εναλλακτική λύση» (Haaretz, 11.1.01). 

Εντελώς διαφορετικές είναι οι εκτιμήσεις των οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, που από την πρώτη στιγμή κατήγγειλαν την πανηγυρική αυτή εξαγγελία κρατικής τρομοκρατίας.

* «Οι δολοφονίες που διαπράττει το Ισραήλ τους τελευταίους μήνες παραβιάζουν το δικαίωμα στη ζωή, όπως το εγγυάται το ισραηλινό και το διεθνές δίκαιο, και συνιστούν εξωδικαστικές εκτελέσεις» διαβάζουμε σε έκθεση του ισραηλινού Κέντρου Πληροφόρησης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (Β' Tselem), που δόθηκε στη δημοσιότητα το Γενάρη του 2001. Εκτός από τις γενικότερες αντιρρήσεις του, το Κέντρο καταγράφει επίσης μια σειρά από επιμέρους «τεχνικά» προβλήματα, που καθιστούν αυτή την πολιτική καθαρά εγκληματική:

* Το αυθαίρετο της διαδικασίας. «Η απόφαση για τη δολοφονία ενός ατόμου λαμβάνεται στο παρασκήνιο, χωρίς δικαστική διαδικασία για τον έλεγχο των πληροφοριών των υπηρεσιών ασφαλείας, πάνω στις οποίες βασίζεται. Ο στόχος δεν έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει στοιχεία προς υποστήριξή του ή να διαψεύσει τις εις βάρος του κατηγορίες. Κάτω από τις παρούσες συνθήκες, η πιθανότητα λάθους είναι ακόμη μεγαλύτερη, δεδομένης της αβεβαιότητας σχετικά με τη φύση της ανάμειξης των επιμέρους ατόμων και οργανώσεων της παλαιστινιακής πλευράς σε ενέργειες κατά του Ισραήλ. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου, υπάρχει διαφωνία ανάμεσα στην Υπηρεσία Γενικής Ασφαλείας και το Α2 του στρατού, ακόμη και όσον αφορά την προσωπική ευθύνη του Γιάσερ Αραφάτ για τα πρόσφατα γεγονότα». 

* Τις πιθανότητες λάθους, ακόμη και στον εντοπισμό του προγραμμένου. Η έκθεση θυμίζει λ.χ. ότι, τον Ιούλιο του 1973, η Μοσάντ σκότωσε κατά λάθος στη Νορβηγία έναν παλαιστίνιο σερβιτόρο, επειδή νόμισε πως επρόκειτο για τον ηγέτη του «Μαύρου Σεπτέμβρη» Αλί Χασάν Σαλαμέχ. Οταν τέτοια λάθη διαπράττονται στις κυριλέ συνθήκες της ευρωπαϊκής διασποράς, φαντάζεται κανείς τα περιθώρια αυθαιρεσίας στις συνθήκες της εξεγερμένης Παλαιστίνης. 

* Τα γεγονότα των επόμενων μηνών έμελλε να δικαιώσουν αυτούς τους φόβους, σε μία τουλάχιστον περίπτωση. Στις 23.7.2001, μέλη των ειδικών μονάδων πυροβόλησαν στο σπίτι του τον Μουσταφά Γιασίν, μόλις τους άνοιξε την πόρτα.

Η επίσημη ανακοίνωση διεκδίκησε το φόνο ενός στελέχους της Χαμάς, όμως ο δολοφονημένος ήταν απλό μέλος της Φατάχ! Οπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, επρόκειτο απλώς για συνωνυμία με τον προγραμμένο συγχωριανό του... 

* Τα αναμενόμενα «παράπλευρα» θύματα. Ηδη μέσα στο πρώτο δίμηνο των «εστιασμένων φόνων», το 40 % των σκοτωμένων (6 από τους 15) ήταν αθώοι περαστικοί.

Η ίδια αναλογία λίγο πολύ διατηρήθηκε και στη συνέχεια. Τυπικό δείγμα η εξόντωση 2 ηγετών της Χαμάς, στις 31.7.2001: εκτός από τα στελέχη της ισλαμικής οργάνωσης, οι ρουκέτες που χτύπησαν το οροφοδιαμέρισμά τους στη Νάμπλους σκότωσαν επίσης 6 ενήλικους οπαδούς της Φατάχ και 2 μικρά παιδιά. 

* Ανάλογες ήταν οι διαπιστώσεις και των άλλων οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως η Διεθνής Αμνηστία ή το αμερικανικό Human Rights Watch. «Πρόκειται ουσιαστικά για μια πολιτική φόνων χωρίς δημόσια λογοδοσία», διαβάζουμε λ.χ. στην ανακοίνωση του τελευταίου, με την οποία απαιτεί από την κυβέρνηση του Γεχούντ Μπάρακ να σταματήσει το όλο πρόγραμμα. «Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ ενεργεί σαν εισαγγελέας, δικαστής και σώμα ενόρκων, σε μια μυστική δίκη χωρίς δικαίωμα έφεσης για τους καταδικασμένους σε θάνατο».

Σοβαρότερες από τις όποιες ηθικές επιφυλάξεις είναι, ωστόσο, οι πολιτικές παράμετροι της στρατηγικής των «εστιασμένων φόνων».

Ηδη από την άνοιξη του 2001, αμέσως μετά το σχηματισμό της κυβέρνησης Σαρόν, άρχισε να κυκλοφορεί σε δυτικούς πολιτικοστρατιωτικούς κύκλους η άποψη ότι πραγματικός στόχος των εκκαθαρίσεων είναι όχι τόσο η καταπολέμηση της «τρομοκρατίας» αλλά -ουσιαστικά- η καταστροφή κάθε οργανωμένης πολιτικής εκπροσώπησης των Παλαιστινίων, ανατροπής της ενιαίας Παλαιστινιακής Αρχής και κατακερματισμού των Κατεχόμενων Εδαφών σε μια σειρά αυτονομημένες οντότητες που θα διαπραγματευθούν χωριστά (και, εννοείται, λεόντεια) modus vivendi με το Τελ Αβίβ.

Οι ανομολόγητοι στόχοι

Σύμφωνα λ.χ. με την καλά πληροφορημένη επιθεώρηση «Jane's», το σενάριο παραμερισμού του Αραφάτ περιελάμβανε δύο σκέλη: το πρώτο ήταν η αποσταθεροποίηση της αναγνωρισμένης Παλαιστινιακής Αρχής με τη συστηματική εξολόθρευση των μεσαίων στελεχών της και το δεύτερο η στρατιωτική ανακατάληψη των «αυτόνομων» παλαιστινιακών πόλεων και η καταστροφή της εναπομείνασας υποδομής τους (αυτό, δηλαδή, που συμβαίνει από τις 29 Μαρτίου και μετά).

Ανάμεσα στα δυο, ορατό ήταν το προβοκάρισμα των ένοπλων παλαιστινιακών οργανώσεων, με τις διαδοχικές δολοφονίες πολιτικών στελεχών τους, έτσι ώστε να απαντήσουν με «τρομοκρατικά» χτυπήματα μέσα στο ίδιο το Ισραήλ και να προσφέρουν το πρόσχημα για την ολοκλήρωση του σχεδίου. 

Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι «εστιασμένοι φόνοι» αφορούσαν έτσι όχι κάποια καταζητούμενα μέλη των ένοπλων οργανώσεων, αλλά «μαζικά» στελέχη των νόμιμων σχηματισμών, που θα μπορούσαν να συλληφθούν ανά πάσα στιγμή (όπως, σε πολλές περιπτώσεις, είχε ήδη συμβεί στο πρόσφατο παρελθόν).

Πρόκειται δηλαδή για ανθρώπους που θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να οδηγηθούν σε κάποιο δικαστήριο με συγκεκριμένες κατηγορίες -και οι οποίοι βαρύνονταν συνήθως με τη δημόσια (και τυπικά νόμιμη) πολιτική τους δραστηριότητα.

Η περίπτωση του Θαμπέτ Θαμπέτ είναι χαρακτηριστική: Γενικός γραμματέας της Φατάχ στην Τουλκαρέμ και διευθυντής των υπηρεσιών υγείας της Παλαιστινιακής Αρχής στην ίδια πόλη, θεωρούνταν εξαιρετικά μετριοπαθής προσωπικότητα. Γνωστός για τη μακροχρόνια συνεργασία και φιλία του με τους ισραηλινούς ειρηνιστές, είχε το σπάνιο θάρρος να παρευρεθεί στην κηδεία ενός στρατιώτη, γιου προσωπικού του φίλου. Στις 31.12.2000 πολυβολήθηκε με μανία ενώ έμπαινε στο ΙΧ του, έξω απ' το σπίτι του. Η κυβέρνηση Μπάρακ ανέλαβε την ευθύνη. 

* Επισήμως, από τα «εστιασμένα χτυπήματα» έχουν εξαιρεθεί τα ανώτατα κλιμάκια της παλαιστινιακής ηγεσίας. Αναλύοντας τις παραμέτρους αυτής της πολιτικής στις 21.12.2000, η ραδιοφωνική «Φωνή του Ισραήλ» κατονόμασε λ.χ. ως ένα από τα στελέχη που δεν πρόκειται να πληγούν, τον ηγέτη της Τανζίμ, Μαρουάν Μπαργούτι. Στις 4.8.2001, όμως, το ΙΧ του Μπαργούτι δέχτηκε καθ' οδόν βολές πυροβολικού, που κατέστρεψαν το όχημα που ακολουθούσε. Επίσημη εκδοχή: στόχος ήταν όχι ο ίδιος ο επικεφαλής του κομματικού μηχανισμού της Φατάχ αλλά ο... σωματοφύλακάς του! 

* Ακόμη πιο σαφή είναι τα πράγματα με τα ηγετικά στελέχη ριζοσπαστικότερων οργανώσεων. Η δολοφονία του γ.γ. του αριστερού FPLP (27.8.01) απαντήθηκε με το φόνο του φασίστα ισραηλινού υπουργού Τουρισμού τον επόμενο Οκτώβριο (με αποτέλεσμα την κατάταξη της οργάνωσης στις λίστες «τρομοκρατών» του Στέιτ Ντιπάρτμεντ). Η εξόντωση του ηγετικού στελέχους της Χαμάς, Αμπού Χανούντ, τέσσερις μέρες μετά το διορισμό του Αντονι Ζίνι ως νέου αμερικανού διαπραγματευτή στη Μέση Ανατολή, οδήγησε στις πολύνεκρες βομβιστικές επιθέσεις της Ιερουσαλήμ και της Χάιφας. 

* Καθοριστικότερη απ' όλες υπήρξε η δολοφονία του Ραάντ Καρμί, στελέχους των «Μαρτύρων του Αλ-Ακσά», στις 14.1.02, έναν ολόκληρο μήνα μετά την κήρυξη (και επιβολή) εκεχειρίας από τη «μητρική» Φατάχ. Πρόκειται για το σημείο τομής, που οδήγησε στη στροφή της οργάνωσης από την ένοπλη αντίσταση κατά των κατοχικών στρατευμάτων στις τυφλές βομβιστικές επιθέσεις μέσα στο ίδιο το Ισραήλ. 

Διεθνής «διακριτικότητα»

Και η διεθνής κοινότητα; Μολονότι απέχουν έτη φωτός από την οργισμένη καταγγελία της παλαιστινιακής «τρομοκρατίας», οι αρχικές αντιδράσεις των δυτικών χωρών ήταν σαφώς αρνητικές.

* «Εχουμε καταστήσει σαφές στην ισραηλινή πλευρά ότι είμαστε αντίθετοι στους εστιασμένους φόνους» δήλωνε λ.χ. επίσημα στις 14.2.01 ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Ρίτσαρντ Μπάουτσερ.

Σε αυτή την αποδοκιμασία (και τη διεθνή κατακραυγή) πρέπει ίσως να αναζητήσουμε το σιωπηρό φρενάρισμα του μηχανισμού των φόνων από την κυβέρνηση Μπάρακ, την ίδια ακριβώς περίοδο.

Η αποστασιοποίηση αυτή εντάθηκε μετά την ανάρρηση της κυβέρνησης Σαρόν και τη γενίκευση των δολοφονιών, φτάνοντας στις αρχές Αυγούστου του 2001 μέχρι τα όρια μιας μίνι διακρατικής κρίσης.

* Με επίσημη ανακοίνωσή του, το ισραηλινό υπ. Εξ. θα υποστηρίξει τότε ότι η χώρα «έχει εμπλακεί σε μια κατάσταση που θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένοπλη σύρραξη» και, συνεπώς, «όροι όπως "δολοφονίες" ή "εξωδικαστικοί φόνοι", άσχετες με τις ένοπλες συρράξεις, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να περιγράψουν τις τρέχουσες αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις». Εκλαϊκεύοντας τη γραμμή, τα ισραηλινά ΜΜΕ θα είναι πολύ λιγότερο διπλωματικά στις διατυπώσεις τους.

* Ολα αυτά, όμως, εξανεμίστηκαν με τη σφαγή της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη. Μάταια θα ψάξει κανείς έκτοτε για κάποια δημόσια δήλωση διαφοροποίησης -και, πολύ περισσότερο, πίεσης για συμμόρφωση προς τις επιταγές του διεθνούς δικαίου. Η παγκόσμια σταυροφορία του «Καλού» ενάντια στο «Κακό» έχει, άλλωστε, πλέον ανάγκη από απεχθείς «τρομοκράτες», για να διατηρήσει την αρχική της ορμή. Γιατί λοιπόν να σταματήσει κανείς την πολιτική που τους προσφέρει απλόχερα;

(Ελευθεροτυπία, 14/4/2002)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ