ΜΟΛΥΝΩ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΝΟΜΑΙ

Τα μυστικά δικαστήρια της NAFTA

1.   2.   


Αν θέλουμε να μην αναπνέουμε καρκινογόνες ουσίες, θα πρέπει πρώτα να αποζημιώσουμε τις εταιρείες που τις παράγουν για τα "διαφυγόντα κέρδη" τους. Παραλογισμός; Κάθε άλλο. Σύμφωνα με την πρωτοπορία της φιλελεύθερης σκέψης, συμπυκνωμένη στο διεθνές δίκαιο των "ρυθμιστικών απαλλοτριώσεων", το δικαίωμα της ιδιοκτησίας επεκτείνεται μέχρι τις ακρότατές του συνέπειες. Το αποδεικνύουν τα ντοκουμέντα των ειδικών δικαστηρίων της βορειοαμερικάνικης NAFTA που ήρθαν πρόσφατα στη δημοσιότητα.
 

Ενα φάντασμα πλανιέται την τελευταία δεκαετία πάνω από την υδρόγειο: η επέλαση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, το γκρέμισμα όχι μονάχα του κοινωνικού κράτους αλλά και κάθε ρυθμιστικής παρέμβασης της δημόσιας εξουσίας (και, μέσω αυτής, των ίδιων των πολιτών) στην κοινωνικοοικονομική ζωή. 

Οι εξεγέρσεις του Σιατλ και της Γένοβας, το κίνημα των γάλλων αγροτών και οι μακρινοί Ζαπατίστας -μεταξύ άλλων- έφεραν το ζήτημα αυτό στο προσκήνιο. Οπως όμως συμβαίνει συνήθως με τις μεγάλες πολιτικές αναμετρήσεις, έτσι και στην περίπτωση αυτή η συζήτηση κυριαρχείται συχνά από γενικεύσεις και ατέρμονη θεωρητικοποίηση, σε βάρος της ενασχόλησης με τις συγκεκριμένες, υλικές μορφές που αποκτά το επίμαχο φαινόμενο. Με αποτέλεσμα η "παγκοσμιοποίηση" να μετατρέπεται σε έναν απροσδιόριστο μπαμπούλα, πάνω στον οποίο να επενδύονται οι πιο αντιφατικές -και συχνά προβληματικές- πολιτικές στρατηγικές.

Κι όμως, είναι η ενασχόληση με το συγκεκριμένο που αναδεικνύει σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια την αντικοινωνικότητα της συντεταγμένης "απελευθέρωσης των αγορών" από τους αρχιτέκτονες των μεταμοντέρνων καιρών μας. Το αποδεικνύει η μελέτη των ντοκουμέντων που βγήκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα σχετικά με την πιο επιθετική θεσμική εκδοχή αυτής της πολιτικής: τις αποζημιώσεις που προβλέπει η Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου (NAFTA) για τους "επενδυτές" που θίγονται από μέτρα κοινωνικής πολιτικής ή προστασίας του περιβάλλοντος των αντίστοιχων χωρών. 

Πρόκειται ακριβώς για την πρακτική εφαρμογή των ρυθμίσεων εκείνων που επρόκειτο να γενικευθούν σε παγκόσμια κλίμακα βάσει του Παγκοσμίου Συμφώνου για τις Επενδύσεις και των υπό διαμόρφωση κανόνων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, αλλά ανατράπηκαν από το νικηφόρο κίνημα του Σιατλ (χωρίς ποτέ να αποσυρθούν ολοκληρωτικά). Μας αφορούν, δηλαδή, όλους άμεσα.

Το πρωτοπόρο κεφάλαιο 11

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. H NAFTA, μια εκδοχή βορειοαμερικανικής Ε.Ε. (περιορισμένη όμως στο οικονομικό πεδίο, χωρίς τη διάσταση της πολιτικής ολοκλήρωσης), υπογράφηκε από τις ΗΠΑ, το Μεξικό και τον Καναδά τον Αύγουστο του 1992 και τέθηκε σε εφαρμογή την πρωτοχρονιά του 1994. Διακηρυγμένος στόχος της υπήρξε η διευκόλυνση της κινητικότητας των επενδύσεων μεταξύ των τριών χωρών μελών της -αλλά και όσων θα επέλεγαν, μελλοντικά, να προσχωρήσουν σ' αυτή. 

Η υπογραφή της Συμφωνίας δεν υπήρξε καθόλου ανέφελη: στον Καναδά αναπτύχθηκε ένα μαζικό (οικολογικό και συνδικαλιστικό) κίνημα εναντίον της, στις ΗΠΑ η έγκρισή της από το Κογκρέσο επιτεύχθηκε οριακά (και μονάχα ύστερα από ένα απίστευτο παζάρι εξαγοράς βουλευτών, μέσα από χοντροκομμένες παροχές της κυβέρνησης Κλίντον στους επιχειρηματίες χρηματοδότες τους), ενώ στο Μεξικό η έναρξή της σημαδεύτηκε από την εξέγερση του EZLN. 

Βασική καινοτομία της NAFTA, σε σχέση με τις προϋπάρχουσες διακρατικές συμφωνίες αυτού του είδους, ήταν η εξαιρετικά διευρυμένη προστασία που αυτή παρέχει στους επενδυτές, εις βάρος κάθε ρυθμιστικής παρέμβασης των τοπικών αρχών. Σύμφωνα με το άρθρο 1110 της συμφωνίας, απαγορεύεται "κάθε μέτρο που ισοδυναμεί με εθνικοποίηση ή απαλλοτρίωση" των επενδύσεων που εταιρείες μιας χώρας μέλους πραγματοποιούν στην επικράτεια της άλλης. Η συγκεκριμένη διατύπωση, προϊόν (όπως γράφουμε σε διπλανή στήλη) μιας συγκεκριμένης νομικής σχολής των ΗΠΑ που θεωρεί οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση σαν "ρυθμιστική απαλλοτρίωση", ανοίγει το δρόμο στις επιχειρήσεις να διεκδικήσουν αποζημίωση για κάθε μέτρο που "περιορίζει" τις δραστηριότητες και οδηγεί σε (πραγματική ή κατά φαντασία) απώλεια κερδών. 

Επενδυτές, σύμφωνα με το άρθρο 1139, θεωρούνται όχι μονάχα όσα άτομα ή εταιρείες "πραγματοποιούν ή έχουν πραγματοποιήσει επένδυση" αλλά ακόμη κι εκείνοι που απλώς "επιθυμούν να επενδύσουν". Ακόμη ευρύτερη είναι ωστόσο κατά την ίδια διάταξη η έννοια της "επένδυσης", στην οποία περιλαμβάνεται -μεταξύ άλλων- κάθε "υλική ή άυλη ιδιοκτησία που έχει αποκτηθεί με την προσδοκία να χρησιμοποιηθεί ή χρησιμοποιείται με σκοπό οικονομικού οφέλους ή άλλους επιχειρηματικούς σκοπούς". 

Κλειδί του όλου μηχανισμού είναι η προβλεπόμενη διαδικασία επίλυσης των διαφορών που προκύπτουν από την παραπάνω ρύθμιση. Για κάθε αντιδικία των επενδυτών με τη χώρα υποδοχής όσον αφορά "διακριτική μεταχείριση" (άρθρο 1105) ή "μέτρο που ισοδυναμεί με απαλλοτρίωση" (άρθρο 1110), το κεφάλαιο 11 της NAFTA προβλέπει προσφυγή όχι στα δημόσια δικαστήρια αλλά σε ένα ιδιωτικό τριμελές όργανο διαιτησίας, αποτελούμενο από "εμπειρογνώμονες". Κάθε πλευρά υποδεικνύει ένα μέλος αυτού του άτυπου δικαστηρίου και οι δυο από κοινού το τρίτο (το οποίο και προεδρεύει). Η όλη διαδικασία είναι απόλυτα αδιαφανής και διεξάγεται εν κρυπτώ, χωρίς δικαίωμα των άμεσα ενδιαφερόμενων τοπικών αρχών και πολιτών να παρέμβουν στα τεκταινόμενα (ή να ενημερωθούν σχετικά). 

Για την εφαρμογή των εν λόγω ρυθμίσεων στην πράξη, η μέχρι σήμερα εμπειρία είναι αποκαλυπτική. Μολονότι το κείμενο της ίδιας της NAFTA περιλαμβάνει μερικές πομπώδεις διατυπώσεις υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος (άρθρο 1114), αυτές ουδόλως λαμβάνονται υπόψη από τα διαιτητικά όργανα.

Απόβλητα στο βόρειο Μεξικό

Μια τυπική αντιδικία που οδηγήθηκε στα "μυστικά" δικαστήρια της NAFTA, και της οποίας τη δικογραφία έχουμε στα χέρια μας, είναι αυτή της επένδυσης της αμερικανικής εταιρείας Metalclad στο δήμο Γκουανταλκαζάρ του Σαν Λουις Ποτοσί, στο βόρειο Μεξικό. 

Το 1990, η ομοσπονδιακή μεξικανική κυβέρνηση έδωσε στην (επίσης μεξικανική) εταιρεία Coterin την άδεια κατασκευής και λειτουργίας ενός χώρου απόθεσης επικίνδυνων τοξικών αποβλήτων, σε μια έκταση 8140 στρεμμάτων στην κοιλάδα Λα Περδέρα, σε απόσταση 70 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα του δήμου. Οι δημοτικές αρχές ευθύς εξαρχής αρνήθηκαν να χορηγήσουν στην Coterin την προβλεπόμενη άδεια λειτουργίας, το ημιεπίσημο όμως Εθνικό Οικολογικό Ινστιτούτο (ΙΝΕ) είχε πολύ λιγότερες ευαισθησίες και τον Ιανουάριο του 1993 έδωσε από την πλευρά του το Ο.Κ. Τρεις μήνες αργότερα, η Coterin εξαγοράστηκε από την αμερικάνικη Metalclad, που ανέλαβε να υλοποιήσει το έργο.

Η υπόθεση αποδείχθηκε καθόλου εύκολη. Ο δήμος αρνήθηκε μέχρι τέλους να χορηγήσει την άδεια, η τοπική κυβέρνηση του Σαν Λουίς Ποτοσί τάχθηκε με το μέρος των διαμαρτυρόμενων κατοίκων και τα πανηγυρικά εγκαίνια της χαβούζας εμποδίστηκαν από ένα πλήθος οργισμένων διαδηλωτών (10.3.95). Τελικά, στις 23.9.1997 ο κυβερνήτης του Σαν Λουίς Ποτοσί κήρυξε την περιοχή οικολογικό πάρκο, με σκοπό την προστασία των σπάνιων ειδών κάκτου που φύονται εκεί. 

Η Metalclad κατέφυγε στο μηχανισμό του άρθρου 11 της NAFTA, ζητώντας να αποζημιωθεί όχι μόνο για τις εργασίες που πραγματοποίησε στο μεσοδιάστημα (χωρίς την άδεια των τοπικών αρχών), αλλά και για τα "διαφυγόντα κέρδη" της, στα οποία συμπεριέλαβε ακόμη και την πτώση της αξίας της μετοχής της στα διεθνή χρηματιστήρια!

Η τελική απόφαση της τριμερούς "διαιτησίας" (25.8.2000) δικαίωσε πλήρως την εταιρεία, θεωρώντας τις αντιδράσεις και τα μέτρα των τοπικών αρχών ως "έμμεση απαλλοτρίωση" (σ. 34 της απόφασης). Ενδιαφέρον έχει η άρνηση του δικαστηρίου να εξετάσει τα οικολογικά κίνητρα των τοπικών αρχών (σ. 36), υποστηρίζοντας ότι "η έκδοση αδειών από τις ομοσπονδιακές αρχές δείχνει καθαρά πως το Μεξικό ήταν ικανοποιημένο ότι το έργο αυτό ήταν σύμφωνο με τις οικολογικές ευασθησίες του" (σ. 32 -η κάπως προβληματική διατύπωση είναι του πρωτοτύπου). 

Με ανάλογη δεξιοτεχνία παρακάμπτονται και οι αντιδράσεις των κατοίκων: η άρνηση του δήμου να χορηγήσει την άδεια αποδίδεται σε "λόγους που περιλαμβάνουν την αντίθεση του τοπικού πληθυσμού, αλλά ενδεχομένως δεν περιορίζονται σ' αυτήν", χωρίς περαιτέρω διευκρινήσεις ή τεκμηρίωση -ίσα ίσα για να παρακαμφθούν και τυπικά οι οικολογικές προδιαγραφές του άρθρου 1114 (σ. 30). Εξίσου αποκαλυπτικές είναι οι εκτιμήσεις της απόφασης ότι κάποιες ανώνυμες, προφορικές και αόριστες διαβεβαιώσεις ομοσπονδιακών υπαλλήλων, καθώς και "η πλήρης προσμονή" της εταιρείας ότι θα πάρει την άδεια από το δήμο, αρκούσαν για το ξεκίνημα των έργων χωρίς άδεια (σ. 28-30).

Το (ανάλογων προδιαγραφών) "εφετείο" του κεφαλαίου 11 επικύρωσε την παραπάνω απόφαση στις 2.5.2001, επιφέροντας κάποιες μικροαλλαγές στο ποσό της επιδικαζόμενης αποζημίωσης. Στις 25 Οκτωβρίου 2001, η μεξικανική κυβέρνηση κατέβαλε στη Metalclad το ποσό των 16.002.433 δολαρίων, για την "απροθυμία" του να καθυποτάξει (διά της βίας, εννοείται) τους ανυπότακτους γηγενείς. "Κάθε σύμβουλός μας στο Μεξικό με διαβεβαίωσε ότι, αν ο κυβερνήτης υποστηρίζει το έργο, δεν χρειάζεται να ανησυχείς για την α ή τη β τοπική κοινότητα", εξηγεί με περισσή σαφήνεια ο πρόεδρος της εταιρείας, Γκράντ Κέσλερ.

Φυσικά, το δικαστήριο απαξίωσε ν' ασχοληθεί με το πρόβλημα των 20.000 τόνων με τοξικά απόβλητα που η εταιρεία εγκατέλειψε στο ύπαιθρο, προκαλώντας -σύμφωνα με καταγγελίες που κατέγραψαν οι ρεπόρτερ του αμερικανικού καναλιού PBS- ένα αρκετά ψηλό ποσοστό καρκινοπάθειας στον τοπικό πληθυσμό. Η NAFTA δεν προβλέπει εκπροσώπηση αυτού του τελευταίου στην όλη διαδικασία... 

Καρκινογόνα στην Καλιφόρνια

Μέχρι εδώ, το πρόβλημα θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν μια ακόμη επιβεβαίωση της νεοαποικιακής σχέσης που συνδέει εδώ και πάμπολλες δεκαετίες το μεξικανικό "νότο" με τη γειτονική του υπερδύναμη. Ομως η δυναμική του κεφαλαίου 11 της NAFTA ανατρέπει τους διακρατικούς συσχετισμούς δύναμης υπέρ των επενδυτών, ανεξαρτήτως προέλευσης. Τυπικό παράδειγμα, οι υποθέσεις που αφορούν καρκινογόνα προσθετικά της βενζίνης στις ΗΠΑ και τον Καναδά.

Η πρώτη υπόθεση που έφτασε στα τριμελή δικαστήρια της NAFTA, ήδη το 1996, αφορούσε την απαγόρευση από την καναδική κυβέρνηση της ουσίας ΜΜΤ, που προστίθεται στην αμόλυβδη βενζίνη κίνησης των ΙΧ. Η κατασκευάστρια αμερικανική εταιρεία Ethyl άσκησε αγωγή βάσει του κεφαλαίου 11, με πανηγυρικά αποτελέσματα: άρση της απαγόρευσης, αποζημίωση 13 εκατομμυρίων δολαρίων για τα διαφυγόντα κέρδη της ενδιάμεσης περιόδου κι απόσπαση μιας επίσημης δήλωσης (για διαφημιστική χρήση) ότι η επίμαχη ουσία δεν είναι επικίνδυνη. Την ίδια στιγμή, η χρήση του ΜΜΤ εξακολουθεί να απαγορεύεται για λόγους υγείας στις περισσότερες Πολιτείες των ΗΠΑ!

Κομβική στην προσφυγή της Ethyl υπήρξε η παρακίνηση του δικηγόρου του Τορόντο Μπάρι Λπλετον, που εκπροσώπησε την εταιρεία στο ειδικό "δικαστήριο". Πρόκειται για μια δημοφιλή φιγούρα των καναδικών τηλεοπτικών ΜΜΕ, γνωστή για τις επανειλημμένες μηνύσεις του εναντίον του καναδικού δημοσίου. Μετά την επιτυχία του επιδόθηκε σε δημόσιες παραινέσεις προς την Οτάβα να απαντήσει στις ΗΠΑ με το ίδιο νόμισμα, ισχυριζόμενος λ.χ. ότι μπορεί να αποσπάσει αποζημιώσεις από το αμερικανικό κράτος βάσει των διατάξεων της NAFTA περί "αθέμιτου ανταγωνισμού" (άρθρο 1105), επειδή κάποιες πόλεις των ΗΠΑ "επιδοτούν" τις τοπικές ομάδες μπάσκετ και μπέιζμπολ κατασκευάζοντας γήπεδα με χρήματα των φορολογουμένων!

Οπως και νάχει το πράγμα, το μάθημα έγινε αντιληπτό. Οταν το Μάρτιο του 1999 η κυβέρνηση της Καλιφόρνιας απαγόρευσε για λόγους υγείας τη χρησιμοποίηση του βασισμένου στη μεθανόλη προσθετικού ΜΤΒΕ στην αμόλυβδη βενζίνη των αυτοκινήτων, η καναδική πολυεθνική Methanex -πρώτη παραγωγός μεθανόλης στον κόσμο- κατέφυγε κι αυτή στο μηχανισμό του κεφαλαίου 11 της NAFTA ζητώντας αποζημίωση 970 εκατομμυρίων δολαρίων για τα διαφυγόντα κέρδη της. 

Η διαφορά ανάμεσα στις διαδικασίες της NAFTA και τις παραδοσιακές μεθόδους δικαστικής προστασίας είναι (και) σ' αυτή την περίπτωση κάτι παραπάνω από οφθαλμοφανείς: με 30 δημόσια συστήματα υδροδότησης και 3.500 πηγάδια μολυσμένα από το ΜΤΒΕ, με τους βιολόγους του πανεπιστημίου του Σαν Ντιέγκο να έχουν επανειλημμένα αποδείξει ότι η επίμαχη ουσία προκαλεί καρκινογένεση σε πειραματόζωα, με τον τουρισμό της γραφικής λίμνης Ταχόε να έχει δεχτεί άμεσο πλήγμα από τη μόλυνση, με οικολογικές και άλλες οργανώσεις πολιτών να έχουν ξεσηκωθεί, η υπεροχή του δημοσίου συμφέροντος απέναντι στις επιθυμίες της Methanex να αυξήσει τα έσοδά της είναι προφανές ότι θα πιστοποιούνταν από οποιοδήποτε δικαστήριο. 

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τον κλειστό (και άμεσα συνδεδεμένο με τις μεγάλες επιχειρήσεις) κόσμο των "εμπειρογνωμόνων" της NAFTA. "Πρόκειται για ένα είδος δικαστηρίου αποκλειστικά και μόνο για το κεφάλαιο", εκτιμά ο Ουίλιαμ Γκράιντερ, δημοσιογράφος επί χρόνια της Washington Post και σήμερα του Nation, που ασχολείται σε βάθος με το θέμα.

Το τέλος της δημοκρατίας

Υπάρχουν, άλλωστε, και περιπτώσεις προσφυγής εταιρειών που ξεκίνησαν από δυσμενείς γι' αυτές δικαστικές αποφάσεις. Η καναδική Lowen, λ.χ., ζητά από τις ΗΠΑ 725 εκατομμύρια δολάρια ως αποζημίωση για μια δικαστική απόφαση που την καταδίκασε σε πρόστιμο 175 εκατομμυρίων για αθέμιτο ανταγωνισμό εις βάρος ενός τοπικού γραφείου κηδειών στο Μπίλοξι του Μισισιπή. Δικηγόρος της εταιρείας είναι ένας από τους συντάκτες του σχετικού κεφαλαίου της NAFTA, ο Εντουϊν Γουίλιαμσον. "Αιτία της επαπειλούμενης για την κυβέρνηση των ΗΠΑ σημαντικής οικονομικής επιβάρυνσης", εξηγεί ανενδοίαστα σε σχετικό ρεπορτάζ του καναλιού PBS, "είναι η αποτυχία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να αστυνομεύσει επιτυχώς τις Πολιτείες. Θεωρώ ότι υπάρχει ένα αφηνιασμένο σώμα ενόρκων. Αν ήμουνα στην ομοσπονδιακή κυέρνηση θα έλεγα 'για στάσου ένα λεπτό, τι δεν πήγε καλά στο Μισισιπή;'. Και θα φρόντιζα να μην ξανασυμβεί κάτι τέτοιο".

Επικεφαλής της αμερικανικής αντιπροσωπείας κατά τις διαπραγματεύσεις για τη NAFTA, η συνάδελφός του Κάρλα Χιλς δεν έμεινε επίσης με σταυρωμένα χέρια. Οταν ο Καναδάς θέλησε να βάλει αντικαπνιστικές ετικέτες στα κουτιά των τσιγάρων, απείλησε για λογαριασμό των πελατών της (R.J.Reynolds και Philip Morris) ότι θα προσφύγει στον ίδιο μηχανισμό. Ο καναδός υπουργός Υγείας δήλωσε ότι "καμιά αμερικανική πολυεθνική και κανένας λομπίστας της δεν πρόκειται να υπαγορεύσει την πολιτική υγείας σε τούτη τη χώρα" -για να κάνει πίσω λίγο αργότερα.

Λλλοι καλοθελητές, πάλι, καταγγέλλουν ως "αθέμιτο ανταγωνισμό" κάθε άσκηση κοινωνικής πολιτικής από μέρους του κράτους: ο κολοσός κούριερ των ΗΠΑ UPS απαιτεί αποζημίωση 230 εκατομμυρίων από την καναδική κυβέρνηση, επειδή αυτή επιδοτεί τα δημόσια ταχυδρομεία της χώρας, εξασφαλίζοντας στους πολίτες της φτηνά κόμιστρα και στερώντας της μια δυνητική πελατεία!

Οπως επισημαίνει ο πληρεξούσιος της οικολογικής οργάνωσης Earthjustice Μάρτιν Βάγκνερ, η NAFTA ουσιαστικά "παρέχει στις εταιρείες ένα είδος εγγύησης, ότι δεν πρόκειται να υποφέρουν από το επιχειρηματικό ρίσκο που συνήθως αναλαμβάνουν ως τμήμα της ευρύτερης αγοράς". 

Η σημαντικότερη επίπτωση της NAFTA σ' αυτό το πεδίο έχει άλλωστε όχι "κατασταλτικό" αλλά "προληπτικό" χαρακτήρα. "Εχω δει να καταφθάνουν επιστολές από δικηγορικές εταιρείες της Ν.Υόρκης και της Ουάσινγκτον, με την απειλή της προσφυγής στη διαδικασία του κεφαλαίου 11 σχεδόν για κάθε περιβαλλοντική ρύθμιση ή πρόταση της τελευταίας πενταετίας", εξηγεί ο δικηγόρος Χάουαρντ Μαν, πρώην σύμβουλος της καναδικής κυβέρνησης για οικολογικά ζητήματα. "Αφορούσαν χημικά στεγνοκαθαριστηρίων, φαρμακευτικά είδη, ζιζανιοκτόνα, βιομηχανικά σήματα. Σχεδόν όλες οι πρωτοβουλίες προστασίας του περιβάλλοντος μπήκαν στο στόχαστρο, και οι περισσότερες από αυτές ουδέποτε είδαν το φώς της ημέρας". 

Αυτή η εκφοβιστική, προληπτική καταστολή του κρατικού παρεμβατισμού αποτελεί το μίνιμουμ στόχο των αρχιτεκτόνων της NAFTA. Στρατηγική επιδίωξή τους, ωστόσο, είναι η ανατροπή της νομολογίας του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, που από την εποχή του Νιου Ντιλ έχει αποδεχτεί τη νομιμότητα των κρατικών ρυθμιστικών παρεμβάσεων στην κοινωνικοοικονομική ζωή. Ενας τρόπος για την επίτευξή του θα ήταν η απονομή των προνομίων που οι καναδικές και μεξικανικές εταιρείες απολαμβάνουν ελέω NAFTA στο εσωτερικό των ΗΠΑ σε όλες ανεξαίρετα τις επιχειρήσεις, για λόγους (τυπικά) "ισονομίας".

Η διεθνοποίηση του μοντέλου

Η συνταγή όμως αυτή κάθε δεν περιορίζεται στο βορειοαμερικανικό τριεθνές. Ηδη από το 1995, το ίδιο μοντέλο αυξημένης "προστασίας των επενδύσεων" ενσωματώθηκε στο Παγκόσμιο Σύμφωνο Επενδύσεων (ΠΣΕ) που προωθούνταν από τον ΟΟΣΑ -αρχικά εν κρυπτώ και αργότερα (Απρίλιος του 1997) δημόσια. "Στην πραγματικότητα, πολλά στοιχεία του ΠΣΕ έχουν δομηθεί με βάση διατάξεις που περιλαμβάνονται ήδη στη NAFTA", διαβάζουμε χαρακτηριστικά σε σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. "Η NAFTA περιέχει ουσιαστικά τον ίδιο τύπο επενδυτικών υποχρεώσεων με αυτές που τελούν υπό διαπραγμάτευση για το ΠΣΕ".

Οι διαπραγματεύσεις αυτές διακόπηκαν οριστικά τον Οκτώβριο του 1998, ύστερα από την ανάδυση του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης που οδήγησε σε αποχώρηση της γαλλικής κυβέρνησης. Ακολούθησε η προσπάθεια της Ε.Ε. (διά του θατσερικού αντιπροέδρου της, Λέον Μπρίταν) να περάσει τη ρύθμιση στην πανηγυρική σύνοδο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο Σιάτλ -εξέλιξη που ακυρώθηκε κι αυτή, χάρη στην ιστορική πλέον κινητοποίηση δεκάδων χιλιάδων πολιτών. 

Μοναδικός χώρος "ζύμωσης" έμεινε έτσι, προς το παρόν, η υπό εκπόνηση Παναμερικανική Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου (FTAA). Τον Απρίλιο του 2001, επιστολή 29 αμερικανικών πολυεθνικών προς τον διαπραγματευτή των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Ζέλικ, απαιτεί να υιοθετηθούν αυτολεξεί οι διατάξεις του κεφαλαίου 11 της NAFTA και στη νέα σύμβαση. Μεταξύ των "επιστολέων" διακρίνονται κάποια πασίγνωστα ονόματα: General Electric, General Motors, Ford, Chevron, DuPont, 3M, International Paper, Procter & Gamble, Motorola... Είναι προφανές ότι ξέρουν πολύ καλά τι ακριβώς θέλουν. Τουλάχιστον, πολύ περισσότερο απ' ό,τι οι κοινωνίες οι βυθισμένες στη γοητεία του Big Brother και του τηλεοπτικού Bar.

(Ελευθεροτυπία, 17/3/2002)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ