ΡΑΔΙΟ-ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΤΩΝ ΗΠΑ ΣΤΟΥΣ ΑΡΑΒΕΣ

Επιχείρηση «Καρδιοκατακτητής»

1.   2.   


Απατάται όποιος πίστεψε ότι στο «Γραφείο Στρατηγικής Επιρροής» και τα ψέματά του βασίζεται η «αντιτρομοκρατική» προπαγάνδα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Το κύριο βάρος της εκστρατείας ανέλαβαν ήδη ραδιοφωνικές εκπομπές με νεανική μουσική με σταρ του Χόλιγουντ και ειδήσεις τόσο εύπεπτες όπως ακριβώς είναι και τα διαφημιστικά σλόγκαν.
 

Το νέο έκανε πριν από λίγες ημέρες το γύρο του κόσμου, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων εντός και εκτός Ηνωμένων Πολιτειών: στο πλαίσιο της εκστρατείας επηρεασμού της διεθνούς κοινής γνώμης που έχει ενταθεί μετά την 11η Σεπτεμβρίου, το Πεντάγωνο απεργάζεται σχέδια διοχέτευσης (ακόμη και) ψευδών πληροφοριών σε ξένα μέσα ενημέρωσης προκειμένου να βελτιώσει την εικόνα των ΗΠΑ σε χώρες της Μέσης Ανατολής, της Ασίας αλλά και της Ευρώπης, στις οποίες η αμερικανική εξωτερική πολιτική αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη καχυποψία. 

Οπως εξηγούσε το δημοσίευμα των «Νιου Γιορκ Τάιμς» που ανέλαβαν τη διοχέτευση της είδησης αποδίδοντάς την σε μη κατονομαζόμενους στρατιωτικούς αξιωματούχους, το βάρος για την εφαρμογή της πρότασης πέφτει στο νεοσύστατο Γραφείο Στρατηγικής Επιρροής, μια ολιγομελή αλλά δραστήρια υπηρεσία που δημιουργήθηκε στο Πεντάγωνο αμέσως μετά την κατάρρευση των δίδυμων πύργων. 

Προπαγάνδα με κέφι

Την ώρα που το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναθέτει σε στέλεχος διαφημιστικής εταιρείας την ευθύνη για τη λεγόμενη «δημόσια διπλωματία» της χώρας, και ενώ ο Λευκός Οίκος από την πλευρά του έχει συγκροτήσει ειδικό όργανο για τη διεκπεραίωση των πολεμικών του ανακοινωθέντων σε Δύση και Ανατολή, το Πεντάγωνο προτείνει έναν παράλληλο μηχανισμό «ενημέρωσης», ο οποίος νιώθει ήδη αρκετά ασφαλής ώστε να μην αισθάνεται την παραμικρή ανάγκη να αποκρύψει τον μαύρο προπαγανδιστικό του ρόλο. 

Οι επίσημες αντιδράσεις που προκάλεσε το δημοσίευμα των «Νιου Γιορκ Τάιμς» ήρθαν να επιβεβαιώσουν τη «διαρροή»: για θεμιτή «τακτική παραπλάνηση» των ξένων μέσων ενημέρωσης προκειμένου να προκληθεί σύγχυση στον (εκάστοτε) εχθρό μίλησε την επομένη ο υπουργός Αμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ, ο οποίος, έχει εγκρίνει την πρόταση και περιμένει τη γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας του Πενταγώνου. 

Ούτως ή άλλως, στους σχεδιασμούς του Γραφείου Στρατηγικής Επιρροής φαίνεται πως αντιτίθεται μόνον η παλιά φρουρά του Πενταγώνου. Κυρίως όσοι έχουν κατά καιρούς απασχοληθεί στις υπηρεσίες του αλήστου μνήμης «ψυχολογικού πολέμου» και σήμερα αντιμετωπίζουν με εύλογη δυσπιστία το πέρασμα των αρμοδιοτήτων τους στα χέρια άκαπνων επιστημόνων και ευφάνταστων διαφημιστών.

Στο κλίμα αυτό, η υπενθύμιση από την πλευρά ορισμένων δημοσιογραφικών ενώσεων των κινδύνων που εγκυμονεί το εγχείρημα και για την ίδια την αμερικανική κοινωνία μοιάζει κίνηση περιθωριακή, αν όχι γραφική. Οχι τόσο επειδή ελάχιστα πρόκειται να επηρεάσει τις εξελίξεις, αλλά γιατί, αντιμετωπίζοντας τις προθέσεις του Γραφείου Στρατηγικής Επιρροής ως κάτι πρωτοφανές και ανήκουστο, οι αμερικανοί δημοσιογράφοι εμφανίζονται να αγνοούν την ιστορικότητα της σχέσης της (στρατιωτικής) προπαγάνδας με τα μέσα ενημέρωσης, καθώς και τον κεντρικό ρόλο αμέτρητων συναδέλφων τους στην επίτευξη αντίστοιχων προπαγανδιστικών σχεδιασμών στο παρελθόν. 

Είναι βέβαιο ότι η νέα υπηρεσία του Πενταγώνου χαρακτηρίζεται από μια «ευθύτητα» που δεν διέθεταν οι όποιοι προκάτοχοί της: βοηθούσης και της συγκυρίας, οι υπεύθυνοι του Γραφείου Στρατηγικής Επιρροής δεν μασάνε τα λόγια τους και δεν νιώθουν υποχρεωμένοι να εξωραΐσουν την αποστολή τους μεταμφιέζοντας τους στόχους της. 

Εξίσου σίγουρο είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί προέρχονται από επαγγελματικές κατηγορίες που δεν διατηρούν παραδοσιακούς δεσμούς με το συγκεκριμένο αντικείμενο και έχουν επομένως τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν διαφορετικά όπλα. Αρκούν όμως οι δύο αυτές αλλαγές για να μιλήσει κανείς για τομή στην ιστορία των αμερικανικών προπαγανδιστικών τακτικών;

Για να απαντήσουμε οφείλουμε προηγουμένως να ρίξουμε μια ματιά στη συζήτηση που ξεκίνησε μετά την 11η Σεπτεμβρίου σχετικά με τις «ειρηνικές» μεθόδους, με τις οποίες, παράλληλα με τις πολεμικές της επιχειρήσεις, θα μπορέσει η αμερικανική ηγεσία να πείσει την ανυπάκουη υφήλιο για τα δίκαια του «αντιτρομοκρατικού αγώνα» της. 

Οπως προκύπτει από την κατευθυνόμενη αυτή συζήτηση, στα μέσα ενημέρωσης εναποτίθεται στη σημερινή συγκυρία ένας εξαιρετικά ευαίσθητος ρόλος και στους δημοσιογράφους μια εξίσου σημαντική «εθνική» αποστολή, την οποία πολλοί από αυτούς δηλώνουν πρόθυμοι να φέρουν δίχως ιδιαίτερες ενστάσεις εις πέρας. 

Αποδοχή και ευφορία

Χαρακτηριστική από την άποψη αυτή είναι η ευφορία με την οποία έγινε προ ημερών αποδεκτή η ιδέα για τη δημιουργία κάποιων νέων δικτύων -κατ' αρχάς ραδιοφωνικών, αργότερα τηλεοπτικών- που θα αναλάβουν την υπέρ των αμερικανικών θέσεων μεταστροφή της κοινής γνώμης σε «ευαίσθητες» περιοχές του πλανήτη (Μέση Ανατολή, Αφγανιστάν κ.ο.κ.). Παίρνοντας τη σκυτάλη από τα ραδιοφωνικά δίκτυα που σήκωσαν στις πλάτες τους το βάρος της αμερικανικής προπαγάνδας την εποχή του ψυχρού πολέμου («Φωνή της Αμερικής», «Ράδιο Ελεύθερη Ευρώπη» και «Ράδιο Ελευθερία»), τα νέα μέσα αναλαμβάνουν να συνεχίσουν τον «πατριωτικό αγώνα» με τα όπλα της δικής τους εποχής. Το πρόγραμμά τους προβλέπει έτσι λιγότερη νουθεσία και περισσότερη μουσική, πολιτικά μηνύματα που θα θυμίζουν εύπεπτα διαφημιστικά σλόγκαν, αυστηρή προετοιμασία βασισμένη σε εξονυχιστικό έλεγχο των ιδιαιτεροτήτων κάθε ξεχωριστής «αγοράς». 

Παρακολουθώντας την άνεση με την οποία πολιτικοί, δημοσιογράφοι και «εμπειρογνώμονες» συμμετέχουν στη σχετική συζήτηση, αντιλαμβανόμαστε ότι η απροκάλυπτη προπαγάνδιση των αμερικανικών θέσεων στο έδαφος μιας ξένης κυρίαρχης χώρας δεν αποτελεί ταμπού για μεγάλο τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας. 

Την εικόνα δεν διαφοροποιεί το παιχνίδι των λέξεων και των λεπτών αποχρώσεών τους («δεν μιλάμε για προπαγάνδα, αλλά για δημόσια διπλωματία») στο οποίο επιδίδονται κάποιοι δημοσιογράφοι, κωλυόμενοι λόγω ιδιότητας να υιοθετήσουν την αμεσότητα (διάβαζε ωμότητα) των ανθρώπων του Γραφείου Στρατηγικής Επιρροής. 

Προπαγανδιστικό μάρκετινγκ

«Εκστρατεία για την κατάκτηση της καρδιάς και του μυαλού του αραβικού κόσμου» τιτλοφορείται το φιλόδοξο σχέδιο που απευθύνεται σε 99 εκατομμύρια νεαρούς αραβόφωνους ακροατές ραδιοφώνου πιστεύοντας ότι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα θα κατορθώσει να μετατρέψει σοβαρό τμήμα τους σε λάτρεις μιας χώρας για την οποία σήμερα δεν τρέφουν και τόσο φιλικά αισθήματα. Πώς; Οχι πάντως με τις παραδοσιακές μεθόδους της «Φωνής της Αμερικής». 

* Εχοντας εξασφαλίσει από το Κογκρέσο ένα κονδύλι 30 εκατομμυρίων δολαρίων το χρόνο, το «Ραδιοφωνικό Δίκτυο της Μέσης Ανατολής» διαθέτει ήδη γραφεία στην Ουάσιγκτον, το Ντουμπάι, το Αμάν, το Κάιρο και την Ιερουσαλήμ, απασχολεί εκατό περίπου υπαλλήλους και θα ακούγεται σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. 

* Οι εκπομπές του θα ξεκινήσουν τους επόμενους μήνες οπότε και θα αντικαταστήσουν την Αραβική Υπηρεσία της «Φωνής της Αμερικής», η οποία με τα ελάχιστα ποσοστά της ακροαματικότητάς της θεωρείται αποτυχημένη και παλιομοδίτικη. Οι υπεύθυνοι του νέου εγχειρήματος έχουν προσφέρει εγγυήσεις στο Κογκρέσο ότι άμεσα θα διπλασιάσουν τα ποσοστά της ακροαματικότητας.

«Δεν πρόκειται να αποκρύψουμε την αμερικανική μας ταυτότητα», εξηγούσε ο διευθυντής του «Ραδιοφωνικού Δικτύου Μέσης Ανατολής», Γκάρι Θάτσερ, στον Τέρενς Σμιθ του PBS. «Αλλά η πρόθεσή μας είναι να μην ταυτιστούμε με τη "Φωνή της Αμερικής". Και θα διαλέξουμε ένα όνομα που θα σημαίνει κάτι ιδιαίτερο για τον αραβικό κόσμο, κάτι κεφάτο και πιασάρικο». 

Ο κίνδυνος να χαρακτηριστεί η όλη προσπάθεια ένα ακόμη προπαγανδιστικό κόλπο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής δεν μοιάζει να αποθαρρύνει τον άνθρωπο που ανέλαβε να κατακτήσει «την καρδιά και το μυαλό» των Αράβων.

* «Προφανώς και υπάρχει αυτός ο κίνδυνος», παραδέχεται ο Γκάρι Θάτσερ. «Και είναι βέβαιο πως ορισμένοι δεν θα καλωσορίσουν τις εκπομπές μας, καθώς πολλές από αυτές θα καταπιάνονται με θέματα που μερικοί θεωρούν ενοχλητικά. Ηδη κάποιοι άρχισαν να μιλούν για προπαγάνδα. Τα προγράμματα όμως αυτά χρηματοδοτούνται από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως μια δημόσια υπηρεσία προς όφελος των λαών του αραβικού κόσμου». 

Στόχος της νέας ραδιοφωνικής εκστρατείας οι νέοι του αραβικού κόσμου, τα εκατό εκατομμύρια αραβόφωνων υποψήφιων ακροατών από 15 έως 34 ετών στην Αίγυπτο και τις χώρες του Περσικού Κόλπου. 

* «Οι έρευνες έδειξαν ότι οι νέοι στη Μέση Ανατολή δεν παρακολουθούν ραδιόφωνο, αλλά ακούνε μουσική από CD και κασέτες», σημειώνει σχετικά ο Γκάρι Θάτσερ.

«Σκεφτόμαστε έτσι να τους εξοικειώσουμε με μια συνήθεια που έθρεψε γενιές Αμερικανών και να τους μάθουμε να ανοίγουν το ραδιόφωνο για να ακούσουν να αγαπημένα τους τραγούδια και τους αγαπημένους τους σταρ, αλλά ταυτόχρονα να παρακολουθήσουν και τα νέα της επικαιρότητας». 

Το εγχείρημα εμφανίζεται ως αποτέλεσμα εξαντλητικών επιτόπιων ερευνών. Οπως εξηγεί ο επικεφαλής του, δεκάδες ερευνητές πεδίου ταξίδεψαν στις χώρες της Μέσης Ανατολής με τους φορητούς υπολογιστές τους και ζήτησαν από τους νεαρούς Αραβες να ακούσουν δείγματα μουσικής και να δηλώσουν τις προτιμήσεις τους:

* «Κάναμε ό,τι θα έκανε μια αμερικανική εταιρεία προτού ρίξει το τελικό προϊόν της στην αγορά». Με την ίδια λογική προγραμματίζεται και η προσφυγή στη βοήθεια σταρ ικανών να συγκινήσουν την αραβική νεολαία. «Μαζί με την Ουάσιγκτον, στη Μέση Ανατολή θα ταξιδέψει και το Χόλιγουντ», τονίζει επιγραμματικά ο Θάτσερ. 

Με αντίστοιχους όρους προσεγγίζει το ζήτημα και ο Μαμούν Φάντι, καθηγητής Μεσανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Εθνικής Αμυνας και σύμβουλος της αμερικανικής κυβέρνησης στα ευαίσθητα θέματα της «δημόσιας διπλωματίας».

* «Για μια πετυχημένη δημόσια διπλωματία απαιτούνται τρία διαφορετικά πράγματα», εξηγούσε ο καθηγητής με την ευκαιρία της ίδιας εκπομπής του PBS. «Ενα προϊόν, μια καλή συσκευασία για το προϊόν και έναν πωλητή κατά προτίμηση από τον τόπο για τον οποίο προορίζεται το προϊόν ή τουλάχιστον καλό γνώστη αυτού του τόπου. Εμείς δεν συσκευάσαμε σωστά το προϊόν μας. Και δεν έχουμε ανθρώπους ικανούς να το πλασάρουν. Κι όμως, υπάρχουν εθελοντές πρόθυμοι να πουλήσουν το μήνυμά μας: φιλελεύθεροι δημοσιογράφοι και αναλυτές στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο κ.ο.κ.».

Η ανεπιφύλακτη ωστόσο προσχώρηση του Μαμούν Φάντι στην άποψη ότι η προπαγάνδα δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ένα ακόμη προϊόν για πούλημα δεν τον εμποδίζει να επικρίνει ως αναποτελεσματικούς τους ομοϊδεάτες του στην κυβέρνηση. Ανάμεσά τους και την Σαρλότ Μπιρς, που διακρίθηκε διαφημίζοντας το ρύζι «Μπάρμπα-Μπεν» και τις σκούπες «Χούβερ» και σήμερα έχει αναλάβει το υφυπουργείο Δημόσιας Διπλωματίας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για να προωθήσει το προϊόν που ακούει στο όνομα «Αμερική».

Σύμφωνα με τον Φάντι, το λάθος της Μπιρς έγκειται στο ότι δεν έχει αντιληφθεί πως, για να είναι πειστική, η διαφήμιση πρέπει να προσαρμόζεται στο κοινό στο οποίο απευθύνεται. Αλλιώς θα διαφημιστεί ένα προϊόν στις ΗΠΑ και αλλιώς σε μια άλλη χώρα. Εκεί, η διαφήμιση οφείλει να πάρει υπόψη της και τα εχθρικά μηνύματα με τα οποία βομβαρδίζεται το συγκεκριμένο κοινό. 

Το λιγότερο ατυχή θεωρεί ο καθηγητής και τα περισσότερα διαφημιστικά φέιγ βολάν που οι αμερικανοί πιλότοι πέταξαν πρόσφατα στο Αφγανιστάν, κυρίως μια μονταρισμένη φωτογραφία του Μπιν Λάντεν που τον παρίστανε ξυρισμένο και με κουστούμι να την έχει κοπανήσει προς άγνωστη κατεύθυνση. 

Τη φωτογραφία συνόδευε λεζάντα στην οποία αναφερόταν επί λέξει: «Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν, ο δειλός εγκληματίας, σας εγκατέλειψε». Αντιθέτως, θετική βλέπει ο Μ. Φάντι την πρωτοβουλία της κυβέρνησης να στραφεί για βοήθεια στο Χόλιγουντ, καθώς και την πρόθεσή της να γυρίσει ένα βίντεο στο οποίο ο Μοχάμεντ Αλί θα εκθειάζει στους ομόθρησκούς του τις ακατάλυτες αξίες του αμερικανικού πολιτισμού. 

Και με την πρόθεση του «Ραδιοφωνικού Δικτύου Μέσης Ανατολής» να αγνοήσει την παράδοση της «Φωνής της Αμερικής» και να απευθυνθεί στις νεαρές ηλικίες συμφωνεί ο κύριος καθηγητής. 

Τόσο γιατί πρόκειται για τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα στις συγκεκριμένες περιοχές όσο και γιατί από εκεί θα προκύψουν οι «μελλοντικοί ηγέτες, αλλά και οι μελλοντικοί αεροπειρατές».

«Το πρόβλημα είναι ότι οι συνεταίροι μας στην περιοχή είναι επιχειρηματίες και κυβερνήσεις και ότι και οι δυο κάνουν την πάπια όταν τους χρειαζόμαστε», καταλήγει ο Μ. Φάντι. «Πρέπει λοιπόν είτε να συνδεθούμε με άλλα στρώματα των κοινωνιών αυτών είτε να βάλουμε τις αμερικανικές εταιρείες να ζητήσουν από τους συνεργάτες τους στη Μ. Ανατολή να υπερασπιστούν σθεναρά την πηγή που τους δίνει ψωμί να φάνε».

Η Αμερική ως μαγιονέζα

Η άνεση με την οποία παρουσιάζονται οι απόψεις αυτές στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης δεν απαλλάσσει τους αρμόδιους για την προώθηση του προϊόντος «Αμερική» από την κριτική όσων πιστεύουν ότι υπάρχουν καλύτεροι τρόποι για να «περάσει» το πατριωτικό διαφημιστικό μήνυμα στις «καρδιές και τα μυαλά» των αντιπάλων. 

Ενδεικτικός είναι από την άποψη αυτή ο σκεπτικισμός με τον οποίο υποδέχθηκαν αρκετοί αμερικανοί «εμπειρογνώμονες» τη φωτογραφία του Μπιν Λάντεν που αναφέρθηκε προηγουμένως. Τα σχετικά σχόλια ανάγκασαν τον ίδιο τον υπουργό Αμυνας Ράμσφελντ να ισχυριστεί -όχι δίχως κάποια δόση αμηχανίας- ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη του συγκεκριμένου φέιγ βολάν και ότι δεν φανταζόταν πως η κίνηση αυτή θα μπορούσε να βλάψει την αμερικανική υπόθεση.

Απολογητική υπήρξε και η στάση του Κρίστοφερ Ρος, συμβούλου της Σαρλότ Μπιρς (της υφυπουργού που, όπως είδαμε, χρωστά τη φήμη της στο «Μπάρμπα-Μπεν»), όταν του ασκήθηκε κριτική για τις ψευδείς πληροφορίες που περιλάμβαναν κάποιες από τις διαφημίσεις που κυκλοφόρησαν μετά τις 11 Σεπτεμβρίου.

Σε μία από αυτές που δημοσιεύτηκε σε αμερικανικές εφημερίδες εικονιζόταν ο Μοχάμεντ Ατα, αλλά το συνοδευτικό κείμενο περιελάμβανε πληροφορίες που αφορούσαν τον Ζακαριάς Μασαουί, για τον οποίο οι αμερικανικές υπηρεσίες πιστεύουν ότι εμπλέκεται επίσης στην τρομοκρατική ενέργεια. 

Είναι επόμενο ότι τα λάθη αυτά έρχονται να κλονίσουν την αξιοπιστία όσων υποστηρίζουν πως η προπαγάνδα πρέπει να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως ένας ακόμη διαφημιστικός κλάδος. Και δίνουν ένα διαπραγματευτικό πλεονέκτημα σε εκείνους που, χωρίς να απορρίπτουν τις νέες μεθόδους, δεν νιώθουν ακόμη έτοιμοι να αποκοπούν τελείως από τους γνωστούς και δοκιμασμένους τρόπους με τους οποίους οι ΗΠΑ διδάχθηκαν να διεκπεραιώνουν τους προπαγανδιστικούς σχεδιασμούς τους. 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει από την άποψη αυτή η παρέμβαση του Τομ Ντάιν, προέδρου του «Ράδιο Ελεύθερη Ευρώπη/Ράδιο Ελευθερία» στην εκπομπή του PBS. Υπεύθυνος για την υλοποίηση του «Ράδιο Ελεύθερο Αφγανιστάν», ενός νέου ραδιοφωνικού δικτύου βασισμένου λίγο-πολύ στην παλιά συνταγή, ο κύριος Ντάιν είναι λογικό να υπερασπίζει τον τρόπο με τον οποίο έχει μάθει να βγάζει το ψωμί του:

* «Για να μιλήσω κυνικά, δεν πιστεύω πως μπορείς να πουλήσεις Αμερική», είναι η αναμενόμενη άποψη του προέδρου του «Ράδιο Ελεύθερη Ευρώπη». «Η Αμερική δεν είναι μαγιονέζα. Είναι κάτι διαφορετικό, κάτι πιο πολύπλοκο. Κάτι που απαιτεί περισσότερο ταλέντο απ' αυτό που διαθέτουμε εμείς σήμερα».

* Ετσι, το «Ράδιο Ελεύθερο Αφγανιστάν», το οποίο θα εκπέμπει σύντομα στις δύο βασικές γλώσσες της χώρας, τα παστού και τα ντάρι, σχεδιάζεται στο μοντέλο των αντίστοιχων ραδιοφωνικών δικτύων που εδώ και χρόνια μεταφέρουν την αμερικανική φωνή σε 27 χώρες.

* Ούτως ή άλλως, «Ράδιο Ελεύθερο Αφγανιστάν» λειτουργούσε έως την αποχώρηση των Σοβιετικών, οπότε η «εκπολιτιστική» αποστολή του κρίθηκε λήξασα. Στις σημερινές συνθήκες, η ραδιοφωνική αμερικανική παρέμβαση στο Αφγανιστάν συνδέεται με την ανάγκη στήριξης της «αδύναμης, αλλά φιλικής» μεταβατικής κυβέρνησης και την απόφαση των ΗΠΑ να «οδηγήσουν τη χώρα στη δημοκρατία». 

Με κύριο όπλο τους το Χόλιγουντ, τη μουσική τους και την πολιτική τους κουλτούρα, οι ΗΠΑ πετυχαίνουν κατά τον Τομ Ντάιν να πείθουν τους πολίτες μιας ξένης χώρας και έτσι «να αλλάζουν τις κυβερνήσεις με ένα μη βίαιο τρόπο». 

Βασικό εμπόδιο στο μεγαλόπνοο αυτό σχέδιο είναι, πάντοτε κατά τον κύριο πρόεδρο, το χαμηλό κονδύλι που διατίθεται για όλα αυτά τα ραδιοφωνικά δίκτυα που μεταφέρουν το αμερικανικό μήνυμα στα πέρατα της γης: μόλις 500 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο για τη συντήρηση της «Φωνής της Αμερικής», του «Ράδιο Ελεύθερη Ευρώπη/Ράδιο Ελευθερία», του «Ράδιο Μαρτί» που απευθύνεται στους Κουβανούς, του «Ράδιο Ελεύθερη Ασία» κ.ο.κ.

* Κατά τις εκτιμήσεις του Ντάιν, το ποσό που αναλογεί σε μια τόσο γιγαντιαία επιχείρηση θα έπρεπε να υπερβαίνει το 1,5 δισ. δολ., «ποσό στο οποίο για παράδειγμα ανέρχονται ημερησίως οι στρατιωτικές μας δαπάνες στο Αφγανιστάν».

Ευτυχώς, το πρόβλημα έχουν αντιληφθεί αρκετοί γερουσιαστές, οι οποίοι -με πρώτο τον επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας- ετοιμάζουν πρόταση νόμου που θα προβλέπει αυξημένα κονδύλια για τα αμερικανικά «ραδιόφωνα του εξωτερικού».

Περιττεύει ίσως να σημειώσουμε πως η προπαγάνδα γίνεται ευρύτατα αντιληπτή στις ΗΠΑ ως μείζον εθνικό καθήκον στο οποίο πολιτικοί, στρατιωτικοί, δημοσιογράφοι και διαφημιστές οφείλουν να δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους.

Στο κλίμα αυτό, οι διαφορετικές απόψεις δεν αμφισβητούν τη νομιμότητα των όποιων προπαγανδιστικών σχεδιασμών, αλλά θέτουν ερωτηματικά ως προς την αποτελεσματικότητά τους. Κάτω από αυτό το πρίσμα, το «σοκ» που προκλήθηκε από την αποκάλυψη των «αιρετικών» σχεδίων του Γραφείου Στρατηγικής Επιρροής αποκτά τις πραγματικές του διαστάσεις.

(Ελευθεροτυπία, 3/3/2002)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ