Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΑΦΓΑΝΩΝ ΑΜΑΧΩΝ

Εκδίκηση στα τυφλά

1.   2.   


Δεν έγιναν πρωτοσέλιδα, στη μνήμη τους δεν στήθηκε κανένας τηλεοπτικός μαραθώνιος από αστέρια του Χόλιγουντ. Κι όμως: οι άμαχοι Αφγανοί που σκοτώθηκαν στη διάρκεια της «Ατέρμονης Δικαιοσύνης» ξεπερνούν ήδη κατά πολύ τον επίσημο αριθμό των θυμάτων στους δίδυμους πύργους. Το αποδεικνύει, με ένα στοιχειώδη, πλην αποκαλυπτικό, υπολογισμό, ένας αμερικανός πανεπιστημιακός.

 

Εκατό μέρες μετά την εξαπόλυση από αέρος της «Ατέρμονης Δικαιοσύνης», το συνολικό τίμημα της τελευταίας σε αθώες ανθρώπινες ζωές ελάχιστα φαίνεται να απασχολεί τα ΜΜΕ - τόσο στις ίδιες τις ΗΠΑ όσο και στην υπόλοιπη Δύση, ακόμα και στη χώρα μας. 


**Σύμφωνα με την επίσημη Ουάσιγκτον, άλλωστε, πρόκειται για αμελητέο φαινόμενο. «Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη σύγκρουση σε ολόκληρη την Ιστορία με μικρότερες παράπλευρες απώλειες, με λιγότερες αθέλητες καταστροφές», δηλώνει χαρακτηριστικά ο υπουργός Αμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ, στην «Washington Post» (4.1.02).

Ακολουθώντας τις οδηγίες της κυβέρνησης Μπους, τα αμερικανικά ΜΜΕ έσπευσαν, από την πλευρά τους, να περιορίσουν τις σχετικές αναφορές στο ελάχιστο δυνατό. 

Η πρώτη αναφορά σε απώλειες αμάχων έγινε τρεις ολόκληρες μέρες μετά την έναρξη του πολέμου, όταν σκοτώθηκαν 4 υπάλληλοι του ΟΗΕ. 

**Είναι χαρακτηριστική η εγκύκλιος που ο πρόεδρος του CNN, Ουόλτερ Ισάακσον, απηύθυνε λίγο μετά την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων προς τους δημοσιογράφους του καναλιού: 

«Εισερχόμαστε σε μια περίοδο κατά την οποία υπάρχουν πολύ περισσότερα ρεπορτάζ και βίντεο από τις περιοχές του Αφγανιστάν που ελέγχονται από τους Ταλιμπάν. Θέλω να διασφαλίσετε ότι δεν θα χρησιμοποιηθούμε σαν ένα όχημα προπαγάνδας. Πρέπει να εξασφαλίσετε ότι ο κόσμος θα καταλαβαίνει πως, όταν βλέπει πολίτες να υποφέρουν εκεί, αυτό συμβαίνει στο πλαίσιο μιας τρομοκρατικής επίθεσης που προκάλεσε τεράστιο πόνο στις ΗΠΑ».

**Ακόμη απλούστερη τακτική θα υιοθετήσουν τα υπόλοιπα κανάλια: 

«Κανένα από τα τρία βασικά δελτία ειδήσεων του ABC, του CBS ή του NBC δεν δίνει ούτε καν κατά προσέγγιση απολογισμούς των αμάχων απωλειών στο Αφγανιστάν», διαβάζουμε σε μελέτη της μη κυβερνητικής οργάνωσης FAIR (12.12.01). «Οι όποιοι ισχυρισμοί για σκοτωμένους αφγανούς πολίτες συνήθως χαρακτηρίζονται σαν ανυπόστατα, ανεπιβεβαίωτα πυροτεχνήματα του λεγόμενου "πολέμου της προπαγάνδας"». 

**Σε γενικές γραμμές, η στάση των ΜΜΕ συνοψίστηκε με το σαφέστερο δυνατό τρόπο από τον Μάικλ Μπαρόν του «U.S. News & World Report» «Το γεγονός ότι υπάρχουν απώλειες αμάχων και παράπλευρες ζημιές δεν αξίζει και τόσο τον κόπο να δημοσιευθεί, εφόσον κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο σε κάθε πόλεμο».

**Υπήρξαν, άλλωστε, και χειρότερα. «Αποδεικνύεται ότι πολλοί από αυτούς τους "πολίτες" Αφγανούς προσεύχονται για μια ακόμη δόση από βομβαρδιστικά Β-52 για να τους ελευθερώσουν από τους Ταλιμπάν, ανεξάρτητα από το αν θα υπάρξουν ή όχι θύματα», διαπιστώνει στις 23.11.01 ο αρθρογράφος των «New York Times» Τόμας Φρίντμαν - από το γραφείο του στη Ν. Υόρκη, βέβαια.

**Η σχετική προπαγάνδα υπήρξε τέτοια, ώστε τα πρώτα επιτόπια ρεπορτάζ αμερικανικών ΜΜΕ να δείχνουν έκπληξη για τις διαμαρτυρίες των σφαγιαζόμενων χωρικών: πρόκειται για μια «προβληματική καινούρια αντίδραση», μεταδίδει από τα περίχωρα της Τόρα Μπόρα ο ανταποκριτής του CBS Ράνταλ Πίνκστον (1.12.01) - βέβαιος κατά τα άλλα ότι, μέχρι τότε, «πολλοί Αφγανοί ελάχιστες αντιρρήσεις προέβαλλαν όταν πολίτες σκοτώνονταν κατά λάθος από τις ΗΠΑ»!

**Οι αρμόδιοι είχαν φροντίσει αρκετά νωρίς να πάρουν κάθε μέτρο, ώστε να περιοριστεί στο ελάχιστο η αμφισβήτηση της επίσημης πολεμικής προπαγάνδας. Κάνοντας τον απολογισμό των περιορισμών στους οποίους υποβλήθηκε η δημοσιογραφική κάλυψη του πολέμου, η έγκυρη «Columbia Journalism Review» εκτιμά (1-2.1.2002) ότι «μια ανομολόγητη αιτία της αποφασιστικότητας του Πενταγώνου να ελέγξει τη ροή των ειδήσεων από το μέτωπο υπήρξε η έγνοια μήπως διαβρωθεί η υποστήριξη του κοινού, στις ΗΠΑ και αλλού, από εικόνες και περιγραφές πολιτών θυμάτων των βομβών -ανθρώπων που ήδη υπέφεραν από λιμό, φτώχεια, ξηρασία, καταπίεση και αγριότητες».

Στην Ελλάδα

Ενδεικτική της έκτασης που πήρε αυτή η προσπάθεια συσκότισης μπορεί να θεωρηθεί η προκαταβολική αγορά από την Ουάσιγκτον των αποκλειστικών δικαιωμάτων εκμετάλλευσης όλων των φωτογραφιών του εμπορικού δορυφόρου «Ikonos» από την εμπόλεμη περιοχή. Η σχετική απόφαση πάρθηκε στις 11 Οκτωβρίου, αμέσως μετά τις πληροφορίες για μεγάλο αριθμό θυμάτων μεταξύ των πολιτών του βομβαρδισμένου χωριού Νταρούντα, κοντά στην Τζαλαλαμπάντ.

Με όλα αυτά δεδομένα, αναπόφευκτο ήταν να επικρατήσει μεταξύ των διαμορφωτών της κοινής γνώμης η αίσθηση ενός «καθαρού» πολέμου, χωρίς ιδιαίτερες απώλειες μεταξύ του άμαχου πληθυσμού. 

* Ιδιαίτερα στη χώρα μας, οι συγκρίσεις με τον προ διετίας βομβαρδισμό της Σερβίας είναι καταλυτικές. «Η πολεμική μηχανή της Αμερικής, νομιμοποιημένη από την αγριότητα του τρομοκρατικού χτυπήματος, απάντησε με μεθοδικότητα», εκτιμά λ.χ. από τις στήλες του «Βήματος» (17.12.01) ο Ηλίας Κανέλλης. «Εξάντλησε μεν τις δυνατότητες της ανεπτυγμένης τεχνολογίας, παράλληλα όμως έκανε τη διάκριση ανάμεσα στους υπαιτίους και τους συνεργούς τους από τους δυστυχείς απλούς Αφγανούς, κατορθώνοντας να περιορίσει τα θύματα ανάμεσα στους αμάχους». 

* Πιο υποψιασμένος, ο Ριχάρδος Σωμερίτης θα σπεύσει, ήδη από τον πρώτο μήνα της «Ατέρμονης Δικαιοσύνης», να καταγγείλει εκείνους τους «καλούς συναδέλφους» του που κινηματογραφούν τα «επιλεγμένα χαλάσματα» και τα θύματα των βομβαρδισμών, με κίνδυνο απρόβλεπτες «συνέπειες για την αντοχή [sic] της δυτικής κοινής γνώμης» (21.10.01).

Κι όμως... Οι άμαχοι Αφγανοί που έχουν σκοτωθεί από την αμερικανική και βρετανική αεροπορία το τελευταίο τρίμηνο, είναι τουλάχιστον οκταπλάσιοι από τους γιουγκοσλάβους πολίτες που έπεσαν θύματα των νατοϊκών βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας το 1999. 

**Σε αυτή την τελευταία περίπτωση, τόσο ο επίσημος απολογισμός της κυβέρνησης Μιλόσεβιτς όσο και οι ανεξάρτητοι υπολογισμοί της Human Rights Watch αναφέρουν περίπου 500 νεκρούς (αριθμός στον οποίο δεν περιλαμβάνονται οι νεκροί του γιουγκοσλαβικού στρατού, ούτε τα θύματα της εθνοκάθαρσης εις βάρος των Αλβανών, που ανέρχονται σε κάμποσες χιλιάδες). 

**Στο Αφγανιστάν, αντίθετα, σύμφωνα με έναν αρκετά συντηρητικό υπολογισμό, ο αντίστοιχος αριθμός ξεπερνά κατά πολύ τις 4.000. Πολύ πάνω, δηλαδή, και από τον επίσημο αριθμό των θυμάτων του πολλαπλού τρομοκρατικού χτυπήματος της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ (3.015 νεκροί σύμφωνα με την -τελευταία- ανακοίνωση, 21.11.01). 

Την ιδέα της καταμέτρησης αυτής συνέλαβε και διεκπεραίωσε ένας Αμερικανός: ο Μαρκ Χέρολντ, καθηγητής οικονομίας στο πανεπιστήμιο του Νιου Χαμσάιρ. Φανερά ενοχλημένος από την εθνικιστική υστερία που σαρώνει τη χώρα του και από την ολοφάνερα ρατσιστική αντιμετώπιση των νέων θυμάτων από τα αμερικανικά ΜΜΕ, αποφάσισε να συγκεντρώσει, ταξινομήσει, εκτιμήσει και, εν τέλει, αθροίσει τα επιμέρους δεδομένα που κατέγραψαν εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους δημοσιογραφικές πηγές. 

62 νεκροί κάθε μέρα

Το τελικό προϊόν αυτής της δουλειάς δόθηκε στη δημοσιότητα στις 10 Δεκεμβρίου μέσω Ιντερνετ - με την ανάρτησή του στον δικτυακό τόπο εναλλακτικής πληροφόρησης Cursor. Σύμφωνα με την ανάλυση του Χέρολντ, ώς τις 6 Δεκεμβρίου οι βομβαρδισμοί είχαν προκαλέσει τουλάχιστον 3.767 νεκρούς μεταξύ του άμαχου αφγανικού πληθυσμού. 

**Με το πέρασμα των ημερών, προστέθηκαν μερικά ακόμη παραρτήματα, με καινούρια στοιχεία και σχολιασμό επιμέρους πτυχών του μακελειού (όπως είναι η εξολόθρευση 65 ατόμων στις 20.12.01 και οι πολύνεκροι βομβαρδισμοί του Δεκεμβρίου στα χωριά της Πακτία, με περισσότερα από 200 θύματα). 

Συνολικά, εκτιμά, η αφγανική κοινωνία πλήρωσε κάθε μέρα του πολέμου με ένα μέσο όρο 62 σκοτωμένων πολιτών.

**Πολύ γρήγορα, η όλη επεξεργασία έγινε σημείο αναφοράς για τις αναλύσεις από τις επιπτώσεις του πολέμου. «Αυτό που εντυπωσιάζει στη δουλειά του Χέρολντ», διαπιστώνει χαρακτηριστικά η βρετανική «Guardian» (20.12.01), «δεν είναι μόνο η σχολαστική διασταύρωση των πληροφοριών, αλλά και οι συντηρητικές εκτιμήσεις του για κάθε επεισόδιο που έχει αναφερθεί. Ο αριθμός του δεν περιλαμβάνει εκείνους που πέθαναν αργότερα από τα τραύματα που τους προκάλεσαν οι βόμβες, ούτε εκείνους που πέθαναν από το κρύο και την πείνα εξαιτίας της διακοπής του εφοδιασμού ή επειδή εξαναγκάστηκαν από το βομβαρδισμό να μετατραπούν σε πρόσφυγες. Δεν περιλαμβάνει τους θανάτους στρατιωτικών (οι οποίοι υπολογίζονται από κάποιους σε περισσότερους από 10.000), ούτε εκείνους των αιχμαλώτων που σφαγιάστηκαν στο Μαζάρ-ι-Σαρίφ, το Καλά-ι-Τζάνγκι, το αεροδρόμιο της Κανταχάρ και αλλού».

**Ανάλογες διαπιστώσεις συναντάμε και σε μια σειρά αμερικανικά δημοσιεύματα -από τη «Houston Chronicle» (20.12.01) μέχρι την «San Francisco Bay Guardian» (3.1.02). Ακόμη κι ένα ρεπορτάζ της «Washington Post», ολοφάνερα εκπορευόμενο από το Πεντάγωνο, αισθάνεται υποχρεωμένο να αναφερθεί -έστω και μ' έναν επιφανειακό κι έμμεσα συκοφαντικό τρόπο- στη δουλειά του (4.1.02).

Τα κριτήρια του ερευνητή

**Για τη μεθοδολογία του, ο καθηγητής Χέρολντ είναι κάτι παραπάνω από αναλυτικός. Πηγές του υπήρξαν οι ανταποκρίσεις επίσημων ειδησεογραφικών πρακτορείων (από το γαλλικό Agence France-Presse έως το εγκατεστημένο στο Πακιστάν Afghan Islamic Press), επιτόπια ρεπορτάζ δημοσιογράφων και πληροφορίες προερχόμενες από διακεκριμένες και αξιόπιστες μη κυβερνητικές οργανώσεις (όπως η RAWA ή η Emergency Italia). 

**Ιδιαίτερα χρήσιμες αποδείχθηκαν οι περιγραφές των ανταποκριτών του αγγλόφωνου τύπου της ευρύτερης περιοχής (ιδιαίτερα των «Times of India» και της πακιστανικής «News International»), που -όντας περισσότερο εξοικειωμένοι με ανθρώπους και πράγματα- ήταν σε θέση να παρέχουν ακριβέστερη πληροφόρηση.

**Οσον αφορά τη σχετική φερεγγυότητα των πηγών του, ο Χέρολντ φροντίζει να ξεκαθαρίσει εξαρχής τη θέση του: κάθε εκ των προτέρων ιεράρχηση, με βάση την εθνικότητα του ενός ή του άλλου μέσου, δεν μπορεί παρά να είναι προϊόν ρατσιστικής προκατάληψης. 

«Η υπόθεση εργασίας μου είναι πως οι ρεπόρτερ και οι συντάκτες των ειδήσεων προσπαθούν να αναφέρουν τα γεγονότα όσο ακριβέστερα γίνεται, με τα δεδομένα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους. Αν λ.χ. οι "Times of India" αναφέρουν ένα επεισόδιο, θεωρώ πως ο συντάκτης τους έκρινε την περιγραφή του ακριβή». Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, σπεύδει επίσης να διευκρινίσει -με στοιχεία- πως το ειδησεογραφικό πρακτορείο Afghan Islamic Press (ΑΙΡ) του Ισλαμαμπάντ «μετέδιδε σε σταθερή βάση χαμηλότερα αθροίσματα απωλειών απ' ό,τι οι Ταλιμπάν» - αλλά συχνά ήταν οι αριθμοί αυτών των τελευταίων εκείνοι που επιβεβαιώθηκαν στη συνέχεια από ανεξάρτητους, τρίτους παρατηρητές.

Η περίπτωση της αυτοκινητοπομπής προκρίτων και φυλάρχων που κατευθύνονταν προς την Καμπούλ για να υποβάλουν τα σέβη τους στη νέα αφγανική κυβέρνηση, αλλά μακελεύτηκαν από την αμερικανική αεροπορία, όταν στις 20 Δεκεμβρίου βγήκαν από το προγραμματισμένο δρομολόγιό τους, είναι ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. 

Η είδηση της εξόντωσης «τουλάχιστον 15 πολιτών» μεταδόθηκε αρχικά από το ΑΙΡ -και, μέσω αυτού, από τις εφημερίδες του συγκροτήματος Jang στο Πακιστάν. Οταν, την επομένη, το BBC ασχολήθηκε με το συμβάν, φρόντισε κατ' αρχάς να μεταδώσει τον ισχυρισμό του υπουργού Αμυνας των ΗΠΑ ότι στόχος ήταν «μια μεγάλη φάλαγγα των Ταλιμπάν ή της Αλ-Κάιντα». 

Στο μεταξύ, το ΑΙΡ ανέφερε ότι ο αριθμός των θυμάτων ανερχόταν σε 65, παραθέτοντας κι ορισμένα ονόματα. Τελικά, όπως επιβεβαίωσαν ουκ ολίγα επιτόπια ρεπορτάζ δυτικών ΜΜΕ, είχε δίκιο και στις δύο περιπτώσεις: 15 άτομα σκοτώθηκαν στην αρχική επίθεση εναντίον των αυτοκινήτων και άλλα 50 σε μεταγενέστερες επιδρομές εναντίον γειτονικών χωριών. 

**Από πηγή σε πηγή, οι αριθμοί των θυμάτων διαφέρουν συχνά. 

Γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα αντιμετωπίσει εξονυχιστική κριτική, ο οικονομολόγος του Νιου Χαμσάιρ παραθέτει στους πίνακές του ολόκληρη τη διαθέσιμη γκάμα, επιλέγοντας συνειδητά για την τελική καταμέτρηση είτε το μικρότερο διαθέσιμο νούμερο είτε εκείνο που οφθαλμοφανώς προέρχεται από την εγκυρότερη πηγή. 

Στην περίπτωση, λ.χ., του βομβαρδισμού του νοσοκομείου της Ερυθράς Ημισελήνου στην Κανταχάρ (31.10.01), θεωρεί πιο φερέγγυα πηγή τις δηλώσεις ενός αρμόδιου γιατρού στο Assossiated Press (15 νεκροί και 25 σοβαρά τραυματισμένοι) παρά τον κάπως μετριοπαθέστερο αριθμό που έδωσαν σχετικά οι Ταλιμπάν (11 νεκροί).

**Ούτως ή άλλως, επισημαίνει, η καταμέτρησή του σαφώς υποτιμά την πραγματική έκταση του μακελειού: σε πάμπολλες περιπτώσεις, οι πηγές δεν αναφέρουν κανένα νούμερο, αλλά κάνουν λόγο για «πολλούς», «δεκάδες» ή «αναρίθμητους» νεκρούς (οι οποίοι, ως εκ τούτου, δεν περιλαμβάνονται στο τελικό άθροισμα). 

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τα θύματα των ισοπεδωτικών βομβαρδισμών (carpet bombing) από τα Β-52 στο βόρειο Αφγανιστάν μετά τις 30 Οκτωβρίου. Στις 18.11.01 η βρετανική «Independent» αναφέρει λ.χ. πάνω από 150 πολίτες νεκρούς ύστερα από έναν τέτοιο βομβαρδισμό στη Χαναμπάντ την προηγούμενη μέρα - αριθμός που, ως δύσκολα επιβεβαιώσιμος, δεν περιέχεται στο σχετικό πίνακα (τον οποίο και παραθέτουμε). 

Ο θανάσιμος ρατσισμός 

Τα συμπεράσματα του Χέρολντ είναι καταλυτικά: ο πόλεμος που ξεκίνησε στις 7 Οκτωβρίου όχι μόνο έχει προκαλέσει τεράστιες απώλειες μεταξύ του άμαχου πληθυσμού, αλλά επιπλέον είναι ο πιο «τυφλός» πόλεμος απ' όσους διεξήγαγαν οι ΗΠΑ την τελευταία δωδεκαετία, όσον αφορά τον αριθμό των σκοτωμένων πολιτών σε σχέση με το συνολικό τονάζ των βομβών που χρησιμοποιήθηκαν. 

*Στο Ιράκ το 1991, σε κάθε 10 τόνους βομβών που έριξε η αμερικανική αεροπορία αντιστοιχούσαν 341 πολίτες νεκροί. 

*Στη Σερβία το 1999, αντιστοιχούσαν 522, ενώ στο Αφγανιστάν το 2001 τουλάχιστον 2.643. Αριθμός που μπορεί να συγκριθεί μονάχα με την «απόδοση» των τραγικά διάσημων βομβαρδισμών της Καμπότζης, το 1969-73 (1.852 άμαχοι νεκροί ανά 10 τόνους βομβών).

Πώς μπορεί να εξηγηθεί ένα τόσο καταστροφικό αποτέλεσμα - τη στιγμή, μάλιστα, που το ποσοστό χρησιμοποιούμενων «έξυπνων όπλων» έχει ανέβει, από 9% (στο Ιράκ) και 35% (στη Σερβία) σε περισσότερο από 60% του συνόλου των πυρομαχικών; 

Παρακάμπτοντας τις κλασικές («τυχαίες» και φυσιολογικές) αδυναμίες του υλικού και των χειριστών του, ο Χέρολντ ρίχνει το βάρος σε τρεις κυρίως παράγοντες:

**Τη χωροθέτηση των αφγανικών στρατοπέδων. Κληρονομιά των Σοβιετικών, που έλεγχαν τις πόλεις αλλά όχι την εξεγερμένη ύπαιθρο, έχουν κατασκευαστεί ως επί το πλείστον μέσα σε πυκνοκατοικημένα αστικά κέντρα. Πολλά απ' αυτά εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται από τους διαδόχους τους, ενώ άλλα έχουν εγκαταλειφθεί εδώ και χρόνια. Ακόμη και τα εγκαταλειμμένα στρατόπεδα μετατράπηκαν, ωστόσο, σε στόχους της αμερικανικής αεροπορίας, στην προσπάθειά της να στερήσει από τους Ταλιμπάν οποιαδήποτε -πραγματική ή δυνητική- υποδομή.

**Την αποφασιστική επέμβαση, στα τέλη Οκτωβρίου, των αμερικανικών αεροσκαφών υπέρ της «Βόρειας Συμμαχίας», με ισοπεδωτικούς βομβαρδισμούς του «μετώπου» γύρω από το Μαζάρ-ι-Σαρίφ. 

Η γραμμή του μετώπου, ωστόσο, περνά μέσα από ένα πλήθος παραδοσιακούς πλινθόκτιστους οικισμούς -οι κάτοικοι των οποίων, συνηθισμένοι στις λίγο πολύ μόνιμες αλλά σχετικά χαμηλής έντασης εχθροπραξίες, εξακολουθούσαν να ζουν στα σπίτια τους και να καλλιεργούν τα χωράφια τους.

**Την τακτική βομβαρδισμών από μεγάλο ύψος, που περιορίζει στο ελάχιστο τις «συμμαχικές» απώλειες σε ανθρώπους και (πανάκριβο) υλικό, σε βάρος των «ανθρώπων β' διαλογής» που κατοικούν στη βομβαρδιζόμενη χώρα. Επιλογή, σε τελική ανάλυση, βαθιά ρατσιστική: 

«Οταν ο "άλλος" δεν είναι λευκός, η κλίμακα βίας που χρησιμοποιεί η αμερικανική κυβέρνηση για να πετύχει τους στόχους της, δεν γνωρίζει όρια». Επιμέρους στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτή τη διαπίστωση είναι η επανειλημμένη χρήση «ημιπυρηνικών» βομβών BLU-82 (οι οποίες στο Ιράκ είχαν -επισήμως- χρησιμοποιηθεί μονάχα για τον καθαρισμό ναρκοπεδίων), η αθρόα ρίψη βομβών διασποράς (με αποτέλεσμα τη δημιουργία τουλάχιστον 14.500 άτυπων ναρκών σε ένα ήδη εξαιρετικά επιβαρημένο απ' αυτή την άποψη χώρο), καθώς και το πολλαπλό χτύπημα του τεράστιου υδροηλεκτρικού φράγματος του Καγιακάι (90 χλμ. από την Κανταχάρ) στις 31.10.01, με κίνδυνο πραγματική εκατόμβη ανάμεσα στον πληθυσμό της περιοχής.

**Μια τέταρτη αιτία -την οποία ο καθηγητής Χέρολντ δεν πρόλαβε να αναφέρει, αλλά προκύπτει αβίαστα από τις μεταγενέστερες αφηγήσεις ουκ ολίγων δημοσιογράφων- είναι η εμπλοκή της αμερικανικής αεροπορίας στους ανομολόγητους σχεδιασμούς και τα παιχνίδια εξουσίας των ντόπιων συμμάχων τους. 

Τόσο η εξόντωση των προκρίτων που κατευθύνονταν προς την Καμπούλ όσο και η μεταγενέστερη ισοπέδωση κάποιων χωριών, αποδίδονται από τους περισσότερους γηγενείς μάρτυρες σε εσκεμμένη παραπληροφόρηση του Πενταγώνου από τα ντόπια «μάτια» και «αφτιά» του, που θεώρησαν χρήσιμο να «αξιοποιήσουν» τα δορυφορικά τηλέφωνά τους για να υποδείξουν σαν «Ταλιμπάν» κάποιους ανεπιθύμητους κοντοχωριανούς ή αντιζήλους τους. 

Στόχευση που κάποτε ομολογείται με σπάνιο κυνισμό: «Μπορεί να μην ήταν όλοι τους μέλη της Αλ-Κάιντα», δηλώνει για τους κατοίκους του Καλάι Νιαζί ο τοπικός φιλοαμερικανός φύλαρχος, «ίσως όμως να την υποστήριζαν». Η ισοπέδωση του χωριού από την αμερικανική αεροπορία, στις 30 Δεκεμβρίου, άφησε τουλάχιστον 100 νεκρούς - και κανέναν απολύτως επιζήσαντα. Οσο για τις ευθύνες των ίδιων των Αμερικανών, η εξήγηση ενός τοπικού οπλαρχηγού προς την παρισινή «Le Monde» (29.12.01) είναι κάτι παραπάνω από εύγλωττη: «Αρκεί να τους πει κανείς πως κάπου υπάρχει Αλ-Κάιντα, για ν' αρχίσουν να βομβαρδίζουν».

- «Επρεπε να καταστρέψουμε την πόλη, για να μπορέσουμε να τη σώσουμε», είχε δηλώσει το Φεβρουάριο του 1968 στους δημοσιογράφους κάποιος ανώνυμος αξιωματικός των ΗΠΑ, αναφερόμενος στην ισοπέδωση της βιετναμέζικης Μπεν Τρε. 

- Τρεισήμισι δεκαετίες αργότερα, ο συνάδελφός του που ανέλαβε να σχολιάσει την καταστροφή του αφγανικού Σοουκάρ Καρέζ και το φόνο τουλάχιστον 93 κατοίκων του από τα αμερικανικά AC-130, ήταν -αν μη τι άλλο- λιγότερο αφελής: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι νεκροί», εξήγησε, «γιατί τους θελήσαμε νεκρούς».

(Ελευθεροτυπία, 20/1/2002)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ