ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ


Και μετά το νόμο, τι;

1.   2.   

Οι σκοτεινοί λόγοι της επιλεκτικής νομιμοποίησης

Οσες διαφορές κι αν εμφανίζει η αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ρευμάτων σε κάθε ξεχωριστή χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, έκδηλες είναι και οι κοινές στρατηγικές που υιοθετούνται προκειμένου μια χώρα να καταστεί ένα ακόμη αποτελεσματικό προπύργιο του περιβόητου «φρούριου Ευρώπη». 

Στο κλίμα αυτό, εύλογη είναι και η διαφοροποίηση των τακτικών που επιλέγονται από κινήσεις και άτομα που επιχειρούν να αποδομήσουν τον κυρίαρχο ξενόφοβο λόγο και να αντιταχθούν στις θεσμικές του αποτυπώσεις. 

*Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η αντίσταση αφορά περισσότερο την αμφισβήτηση της έννοιας «λαθρομετανάστευση» (εξ ου και το εύγλωττο σύνθημα «Κανένας άνθρωπος δεν είναι λαθραίος»), ενώ οι απορρέουσες από αυτήν πρακτικές σχετίζονται κατά κύριο λόγο με τις απόπειρες ματαίωσης των μαζικών όσο και παράτυπων αεροπορικών απελάσεων (βλ. αναλυτικά, «Ιός» 14/1/2001). 

*Στη Γαλλία, πάλι, η έμφαση δίνεται πλέον στην κριτική ανάγνωση του πρόσφατου μεταναστευτικού νόμου και των πρώτων απτών αποτελεσμάτων του, τα οποία έρχονται ήδη να διαψεύσουν τους κυβερνητικούς κομπασμούς περί «μακροπρόθεσμης όσο και ικανοποιητικής λύσης του "μεταναστευτικού προβλήματος"». Από την άποψη αυτή, το γαλλικό παράδειγμα έχει να μας διδάξει πολλά για την ελληνική περίπτωση και αξίζει να το δούμε από κοντά, με τη βοήθεια των στοιχείων και των αναλύσεων που έχουν ήδη δει το φως της δημοσιότητας. 

Η προϊστορία της γαλλικής νομοθετικής διευθέτησης του «ζητήματος» είναι λίγο-πολύ γνωστή: η διαδικασία νομιμοποίησης των «παράνομων» μεταναστών, των ανθρώπων «χωρίς χαρτιά», ξεκίνησε με μια πρώτη σχετική εγκύκλιο τον Ιούνιο του 1997 και συνεχίστηκε το Μάιο του 1998 με το νόμο RESEDA («Ρύθμιση της εισόδου και παραμονής των ξένων, καθώς και του δικαιώματος του ασύλου»), γνωστό ως «νόμο Σεβενεμάν». 

Παρά τις έντονες διαμαρτυρίες των μεταναστευτικών κοινοτήτων και την έμπρακτη συμπαράσταση πλειάδας γάλλων διανοουμένων, η κυβέρνηση προχώρησε στην εφαρμογή του νέου νόμου, παρουσιάζοντας τις ρυθμίσεις του ως χρυσή τομή μεταξύ του απαιτούμενου πολιτικού ρεαλισμού και ενός εξίσου απαραίτητου σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων. 

(Για τις παλαιότερες αυτές ενστάσεις στο νόμο, βλ. τις δηλώσεις του Μικαέλ Λεβί στον «Ιό», 12/7/1998).

Νομική εξαπάτηση

Σήμερα, κάμποσο πια καιρό μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, οι κυβερνητικές εξαγγελίες έχουν δείξει την υποκριτική τους διάσταση: τα «κριτήρια» βάσει των οποίων προχώρησε η «νομιμοποίηση» των μεταναστών αποδείχθηκαν ιδιαίτερα αυστηρά ώστε να οδηγήσουν στην απόρριψη των μισών περίπου από τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν στις αρμόδιες υπηρεσίες. 

Δημιουργήθηκε έτσι μια νέα κατηγορία «επίσημα καταγεγραμμένων παράνομων ξένων», οι οποίοι, όπως ήταν αναμενόμενο, γίνονται λεία της πιο αισχρής εκμετάλλευσης. Εκτός αυτού, ο κυρίαρχος πολιτικός και δημοσιογραφικός λόγος συνεχίζει να εμφανίζει τη μετανάστευση ως βόμβα στα θεμέλια της γαλλικής κοινωνίας και τους μετανάστες (κυρίως εκείνους που προέρχονται από χώρες του Νότου) ως στοιχεία ύποπτα, στα οποία αρμόζει η πιο σκληρή αστυνόμευση. 

Είναι προφανές ότι η πραγματικότητα δεν έχει την παραμικρή σχέση με την «οριστική λύση του προβλήματος» για την οποία επαίρεται η γαλλική κυβέρνηση: τα ανθρώπινα δικαιώματα ευρύτατων μερίδων του πληθυσμού δεν γίνονται σεβαστά, ενώ νέες ευκαιρίες «νομιμοποίησης» δεν προβλέπονται για όσους δεν τα κατάφεραν την πρώτη φορά ή πρόκειται να υποβάλουν τα χαρτιά τους σε κάποια μεταγενέστερη φάση. 

Χρυσοφόρα παρανομία

Γιατί, όμως, αυτή η σιωπηρή καταδίκη μεγάλης μερίδας από χρόνια εγκατεστημένων στη χώρα μεταναστών στην αβεβαιότητα και την ανασφάλεια, δηλαδή στην «παρανομία»; Οι λόγοι είναι πολλοί και διάφοροι, ανάμεσά τους ωστόσο κυριαρχεί η ανάγκη της γαλλικής οικονομίας να συνεχίσει να αντλεί τα σημαντικά οφέλη που συνεπάγεται η συστηματική -και ανεμπόδιστη, εφόσον παραμένει ατιμώρητη- εκμετάλλευση της «μαύρης εργασίας» των ανθρώπων «χωρίς χαρτιά». 

Στο ανησυχητικό αυτό συμπέρασμα καταλήγει η ανάλυση του Εμανιέλ Τερέ, ανθρωπολόγου και διευθυντή σπουδών της Ανώτατης Σχολής Κοινωνικών Επιστημών. Εχοντας συμπαρασταθεί ενεργά στο κίνημα των «χωρίς χαρτιά» (υπήρξε, μεταξύ άλλων, ένας από τους απεργούς πείνας που τον Ιούνιο του 1998 επιχείρησαν να ματαιώσουν την εφαρμογή του «νόμου Σεβενεμάν»), ο Ε. Τερέ προτείνει σήμερα μια ανάγνωση του μεταναστευτικού νόμου που επιχειρεί να προσεγγίσει τις βαθύτερες, δηλαδή τις δομικές, αιτίες της άρνησης του γαλλικού κράτους να «νομιμοποιήσει» την παρουσία όλων των οικονομικών μεταναστών που εργάζονται στο έδαφός του. 

Κατά την άποψη του γάλλου ανθρωπολόγου, η εργασία των «παράνομων» μεταναστών στο γαλλικό -και όχι μόνο- έδαφος προσφέρει στην επιχείρηση που τους χρησιμοποιεί τη δυνατότητα να κερδίσει όλα τα πλεονεκτήματα των επιχειρήσεων που μεταφέρονται σε άλλες, φτωχότερες, χώρες χωρίς να κουνήσει ρούπι από τη Γαλλία. 

Τα κίνητρα που οδηγούν μια οικονομική δραστηριότητα να «μετεγκατασταθεί» σε κάποια χώρα του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου είναι γνωστά: χαμηλότερα μεροκάματα, απουσία ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, ανεξέλεγκτα ωράρια, ανύπαρκτη συνδικαλιστική κάλυψη. 

Ετσι, η «παράνομη» εργασία των μεταναστών έχει οδηγήσει στην άνθηση μιας ιδιότυπης εκδοχής του σύγχρονου αυτού οικονομικού μηχανισμού που ο Ε. Τερέ ονομάζει «μετεγκατάσταση χωρίς μετακίνηση»: εκμεταλλευόμενοι την εργασία των «χωρίς χαρτιά», οι εργοδότες έχουν πλέον την άνεση να αντλήσουν τα οφέλη της «μετεγκατάστασης» δίχως να επιβαρυνθούν με τα μικρά, αλλά πάντως υποχρεωτικά, βάρη της (ειδικά κίνητρα στα στελέχη που αναγκάζονται να εκπατριστούν, έξοδα μεταφοράς των προϊόντων κ.ο.κ.).

Πειθήνιο εργατικό δυναμικό, μηδενικές κοινωνικές παροχές, μισθοί κατά πολύ χαμηλότεροι των συλλογικών συμβάσεων, διαρκής φόβος της κατάδοσης στις αρχές: οι «χωρίς χαρτιά» δεν εξυπηρετούν απλώς τη «μετεγκατάσταση χωρίς μετακίνηση». 

Σύμφωνα με πολλούς αναλυτές επιλέγονται ταυτόχρονα και ως πειραματόζωα πάνω στα οποία δοκιμάζονται καινοφανή μοντέλα εργασιακών σχέσεων, και κυρίως η πλήρης «ελαστικοποίηση» και προσωρινότητα των νέων μορφών εργασίας. Εκτός αυτού, η ακραία εκμετάλλευση των «χωρίς χαρτιά» επιτρέπει την επιβίωση επιχειρήσεων που σε κάθε άλλη περίπτωση θα έκλειναν μην αντέχοντας τον διεθνή ανταγωνισμό, διασώζοντας έτσι και αρκετές θέσεις εργασίας για «κανονικούς» εργαζόμενους. 

Αν συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι οι «χωρίς χαρτιά» συχνά δέχονται να εργαστούν σε απολύτως απαξιωμένες θέσεις και με τόσο επαχθείς όρους που δεν θα γίνονταν (προσώρας;) αποδεκτοί από τους εγχώριους εργάτες, τότε αρχίζουν να διαφαίνονται οι πραγματικοί λόγοι που οδηγούν τις αρχές να διατηρούν μια μερίδα των οικονομικών μεταναστών σε συνθήκες πλήρους διοικητικής εκκρεμότητας. 

Ανθρωποι σε ομηρία

Για να λειτουργήσει, όμως, η «μετεγκατάσταση χωρίς μετακίνηση» απαιτείται ο συνδυασμός δύο διακριτών αλλά συμπληρωματικών προϋποθέσεων, οι οποίες επιτυγχάνονται χάρη στην ισχύουσα νομοθεσία: η ακραία θεσμική ανασφάλεια κάποιων μεταναστών και η ατιμωρησία των εργοδοτών τους. 

Η πρώτη προϋπόθεση, το γεγονός δηλαδή ότι αρκετοί μετανάστες πρέπει να συνεχίσουν να αισθάνονται ευάλωτοι, οπότε έτοιμοι να δεχθούν και τους πιο εξευτελιστικούς όρους εργασίας, διασφαλίζεται από ένα κατασταλτικό νομοθετικό οπλοστάσιο, το οποίο υποβάλλει την είσοδο και την παραμονή τους στη χώρα σε ένα διαρκή και αυστηρό έλεγχο. Η εφαρμογή, ωστόσο, των ρυθμίσεων αυτών αποδεικνύεται ιδιαίτερα επιλεκτική, καθώς, όπως είναι γνωστό, οι απελάσεις μεταναστών είναι εντέλει πολύ λιγότερες από τους «χωρίς χαρτιά» που είναι εγκατεστημένοι στη χώρα. 

Με άλλα λόγια, η ύπαρξη της κατασταλτικής νομοθεσίας κρατά σε συνεχή επιφυλακή τους «παράνομους» μετανάστες, διευκολύνοντας την εκμετάλλευσή τους. Την ίδια στιγμή, η κατασταλτική αυτή νομοθεσία εφαρμόζεται με ξεχωριστή «περίσκεψη», γιατί αλλιώς δεν θα απέμενε πια μετανάστης για να γίνει αντικείμενο αυτής της «ιδιαίτερης» εκμετάλλευσης. 

Στην πραγματικότητα, η νομοθεσία φροντίζει να καλλιεργεί την αβεβαιότητα των «χωρίς χαρτιά», τους ωθεί να ζουν μέσα στο φόβο, ταυτόχρονα όμως είναι αρκετά ελαστική ώστε ένας σημαντικός αριθμός ανάμεσά τους να συνεχίζει να βρίσκεται στη διάθεση των -εξίσου παράνομων- εργοδοτών τους.

Ερχόμαστε έτσι στην ατιμωρησία των εργοδοτών, για τους οποίους ο νόμος προβλέπει σοβαρές ποινές σε περίπτωση που συλληφθούν να έχουν προσλάβει «μη νόμιμους» μετανάστες. Τα επίσημα στοιχεία από την εφαρμογή του νόμου είναι και στο σημείο αυτό εύγλωττα: Μετρημένοι στα δάχτυλα υπήρξαν μέχρι σήμερα οι εργοδότες που κλήθηκαν να λογοδοτήσουν για την απασχόληση ανθρώπων «χωρίς χαρτιά». 

Και αυτοί δεν είναι ποτέ οι πραγματικοί εργοδότες, αλλά οι ενδιάμεσοι εργολάβοι που αναλαμβάνουν συνήθως να «καθαρίσουν» για τα μεγάλα αφεντικά που παραμένουν στο απυρόβλητο. Ούτως ή άλλως, ένα παραθυράκι του νόμου διευκολύνει τους επιχειρηματίες να ισχυριστούν ότι δεν έλαβαν ποτέ γνώση της πρωτοβουλίας κάποιων υφισταμένων τους να προσλάβουν «παράνομους» μετανάστες. 

Οταν, λοιπόν, εντοπιστεί ένα εργαστήριο ή ένα εργοτάξιο με μετανάστες «χωρίς χαρτιά», τα μόνα θύματα είναι οι ίδιοι οι εργάτες που συλλαμβάνονται και οδηγούνται στην αστυνομία για τη διαδικασία «επαναπροώθησης». Ο εργολάβος αφήνεται ελεύθερος με την υποχρέωση να εμφανιστεί λίγο καιρό αργότερα στο δικαστήριο. Εκεί του επιβάλλεται κάποιο πρόστιμο, το οποίο μπορεί να αποπληρώσει χάρη στο επόμενο «κρυφό» εργαστήριο που θα έχει στο μεταξύ ανοίξει. Οι πραγματικοί ιθύνοντες των επιχειρήσεων παραμένουν μέχρι τέλους άφαντοι.

Σημειώσαμε προηγουμένως ότι, στο πλαίσιο της επιλεκτικής έγκρισης των αιτήσεων νομιμοποίησης, οι μισοί περίπου από τους αιτούντες κρίθηκαν απορριπτέοι. Καταγράφηκαν, δηλαδή, αυτομάτως 66.000 μετανάστες, οι οποίοι θεωρητικά θα έπρεπε αυτομάτως να απελαθούν. 

Αντιθέτως, η πλειονότητά τους παραμένει στη χώρα, ενώ ο πρωθυπουργός Λ. Ζοσπέν έσπευσε να δηλώσει ότι «δεν πρόκειται να πάμε να τους ψάξουμε στο σπίτι τους». Το έμμεσο -πλην σαφές- μήνυμα που δόθηκε έτσι από τα πλέον επίσημα χείλη στους ανθρώπους που επί τρία χρόνια προσπαθούν να βγουν από την παρανομία, είναι το εξής: «Συνεχίστε να ζείτε σαν τους αρουραίους στις τρύπες σας, κι εμείς δεν θα σας διώξουμε από το έδαφός μας». 

Καθησυχαστικό το ίδιο μήνυμα για τους εργοδότες, τους έκλεινε την ίδια στιγμή το μάτι ότι μπορούν να συνεχίσουν ανενόχλητοι την τακτική της υπερεκμετάλλευσης των «παρανόμων». Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλοι αποδέκτες της πρωθυπουργικής δήλωσης: Πρόκειται για τους μετανάστες που κατόρθωσαν να βγάλουν τα πολυπόθητα «χαρτιά» και γνωρίζουν από την πείρα τους ότι, κάθε φορά που θα διεκδικούν τα δικαιώματά τους, οι εργοδότες θα μπορούν να τους απειλούν με την άμεση αντικατάστασή τους με «παράνομους» συναδέλφους τους. 



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Α. Μαρβάκης, Δ. Παρσάνογλου, Μ. Παύλου (επιμ.) «Μετανάστες στην Ελλάδα»
(Εταιρεία Πολιτικού Προβληματισμού «Νίκος Πουλαντζάς», εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα 2001). Συλλογικός τόμος που προσεγγίζει το φαινόμενο της μετανάστευσης, επιχειρώντας να επαναπροσδιορίσει τους όρους της σχετικής συζήτησης. Στις σελίδες του φιλοξενούνται τρεις διαφορετικοί -αλλά συμπληρωματικοί- λόγοι: ο επιστημονικός λόγος, ο λόγος των μεταναστών και των κοινοτήτων τους και ο λόγος των κινημάτων αλληλεγγύης.

Ε. Balibar, Μ. Chemillier-Gendreau, J. Costa-Leroux, Ε. Terray «Sans-papiers: l' archaisme fatal» (εκδόσεις «La Decouverte» και «Syros», Παρίσι 1999). Η συνεχιζόμενη «διοικητική εκκρεμότητα» και υπερεκμετάλλευση των «χωρίς χαρτιά» στη Γαλλία και οι αιτίες που κρύβει η άρνηση των αρχών να τους νομιμοποιήσουν σε μαζική κλίμακα. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η ανάλυση της χρησιμότητας της παράνομης εργασίας των μεταναστών για τη γαλλική οικονομία. 

«Συζητώντας με τη Λίντα» (επιμέλεια Ελένη Συρίγου-Ρήγου, εκδόσεις «Ανοιχτά Σύνορα», Δίκτυο Κοινωνικής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών, Αθήνα 2000). Μοναδική -για τα ελληνικά δεδομένα- αφήγηση ζωής μιας αλβανής μετανάστριας στην Αθήνα.

http://users.hol.gr/~diktio Η ιστοσελίδα του Δικτύου Κοινωνικής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών με κεντρικό σύνθημα «Οι μετανάστες δεν είναι πρόβλημα, έχουν προβλήματα». Πληροφορίες για το ετήσιο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, μελέτες και στοιχεία για τη μετανάστευση, οδηγίες για τη νομιμοποίηση των μεταναστών κ.ο.κ. 


ΔΕΙΤΕ

«Αγνωστος Κώδικας»
(Code inconnu) του Μίκαελ Χάνεκε (2000). Η σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινωνία των δύο ταχυτήτων: τα αστικά στρώματα των «γηγενών» που ζουν αγνοώντας τι ακριβώς συμβαίνει δίπλα τους και οι «παράνομοι» αλλοδαποί που υποχρεώνονται να επιβιώσουν σε συνθήκες μόνιμης ανασφάλειας.

(Ελευθεροτυπία, 29/7/2001)

 

www.iospress.gr                                   ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ