Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΙΕΤΝΑΜ ΞΑΝΑΓΡΑΦΕΤΑΙ

Η δικαίωση των γερακιών 

1.   2.   3.

 

Η παραγραφή του εγκλήματος


O θόρυβος που δημιουργήθηκε γύρω από τις αποκαλύψεις σχετικά με την Επιχείρηση Τέιλγουιντ δεν ήταν καθόλου τυχαίος. Δυόμιση δεκαετίες μετά την αποχώρηση και του τελευταίου αμερικανού πεζοναύτη από την Ινδοκίνα, οι συνέπειες της πρώτης ήττας που γνώρισαν ποτέ οι ΗΠΑ εξακολουθούν να σημαδεύουν την πολιτική ζωή της μοναδικής, πλέον, υπερδύναμης. Αν η εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον απαλλάχθηκε τελικά από το "βιετναμικό σύνδρομο" -τον ενστικτώδη δηλαδή φόβο απέναντι στο ενδεχόμενο αποφασιστικής στρατιωτικής εμπλοκής σε κάποιο απομακρυσμένο σημείο του πλανήτη-, αυτή η "ανάρρωση" των ιμπεριαλιστικών ανακλαστικών υπήρξε προϊόν μιας επίπονης ιδεολογικής προσπάθειας, με μάλλον εύθραυστα αποτελέσματα.

Ηδη από το καλοκαίρι του 1975, την επαύριο της νίκης των κομμουνιστών στην Ινδοκίνα, ο Νόαμ Τσόμσκι είχε προδιαγράψει με ακρίβεια τα πλαίσια μέσα στα οποία επρόκειτο να κινηθεί η κατεστημένη ιστοριογραφία της αμερικανικής επέμβασης τα επόμενα χρόνια: "Αν η `επέμβαση' της Αμερικής στο Βιετνάμ γίνει κατανοητή όπως πρέπει, ως ένα μείζον έγκλημα κατά της ειρήνης, τότε ένα ιδεολογικό φράγμα θα υψωθεί ενάντια στη μελλοντική χρήση αμερικανικών δυνάμεων για ρύθμιση της παγκόσμιας κατάστασης. Ως εκ τούτου, εκείνοι που είναι στρατευμένοι στις θεμελιακές αρχές του αμερικανικού ιμπεριαλισμού πρέπει να διασφαλίσουν ότι τέτοια ερωτήματα δεν θα τεθούν ποτέ. Μπορεί να παραδεχτούν την ηλιθιότητα της αμερικανικής πολιτικής, ακόμη και την αγριότητά της, όχι όμως και την παρανομία που ενυπήρχε στην όλη επιχείρηση, το γεγονός ότι αυτός ο πόλεμος ήταν μια επίθεση που διέπραξαν οι ΗΠΑ, πρώτα εναντίον του Νοτίου Βιετνάμ και στη συνέχεια εναντίον της υπόλοιπης Ινδοκίνας. Αυτά τα ζητήματα πρέπει να αποκλειστούν από τη συζήτηση για τα `μαθήματα της πανωλεθρίας', γιατί οδηγούν κατευθείαν στην ουσία της προσφυγής στη βία προκειμένου να διασφαλιστεί ένα συγκεκριμένο όραμα για την παγκόσμια τάξη" ("The remaking of history", περιοδικό Ramparts, 8-9/1975, σ. 30). Οι κατευθύνσεις της "εθνικής" ιστοριογραφίας των επόμενων χρόνων επρόκειτο να τον δικαιώσουν. Τόσο η "φιλελεύθερη" όσο και η "δεξιά" εκδοχή της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν αμφισβήτησαν ποτέ τις υποτιθέμενες "καλές προθέσεις" της Ουάσιγκτον και το δικαίωμά της να επέμβει στρατιωτικά για να προστατέψει τη στρατιωτική δικτατορία της Σαγκόν, σε αντίθεση προς τις διεθνείς συμφωνίες για επανένωση της (προσωρινά διχοτομημένης) χώρας αλλά και προς αυτό που οι ίδιες οι αμερικανικές υπηρεσίες εκτιμούσαν πως ήταν η θέληση του 80% των βιετναμέζων.

Από κεί και πέρα, κάθε πλευρά προχώρησε στη δική της εκδοχή αναθεώρησης της ιστορίας. Οι φιλελεύθεροι επικέντρωσαν την προσοχή τους στις "αγνές προθέσεις" και την "αφέλεια" της Ουάσιγκτον, υποβαθμίζοντας τη σκοτεινή πλευρά του πολέμου σε μια σειρά αποσπασματικά επεισόδια (με προεξάρχουσα τη γνωστή σφαγή του Μυ Λάϊ, που αποτελούσε απλώς μια σταγόνα στον ωκεανό των βιαιοπραγιών του εκστρατευτικού σώματος). Η μετεπαναστατική πορεία των χωρών της Ινδοκίνας, κάθε άλλο παρά αξιοζήλευτη αλλά προβλέψιμη σε μεγάλο βαθμό ύστερα από την πολυτετή συστηματική καταστροφή της οικονομικής υποδομής και του κοινωνικού ιστού τους από τον αμερικανικό οδοστρωτήρα, πρόσφερε το μεγάλο άλλοθι για την εκ των υστέρων νομιμοποίηση του αγώνα της Ουάσιγκτον ενάντια στον "κομμουνιστικό κίνδυνο".
Συστηματικότερη ήταν η αναθεώρηση του "βρόμικου πολέμου" από τους κήρυκες της Νέας Δεξιάς, που πήραν αμέσως μετά τη σκυτάλη. Κεντρική ιδέα της δικής τους ανάλυσης είναι πως ο πόλεμος του Βιετνάμ ουσιαστικά κερδήθηκε στο πεδίο της μάχης από το αμερικανικό εκστρατευτικό σώμα, η νίκη όμως χάθηκε εξαιτίας της "αδυναμίας" των πολιτικών και της "αντεθνικής" στάσης των δημοσιογράφων. Σε μια συνδιάσκεψη της ακροδεξιάς κίνησης "Ακρίβεια στα ΜΜΕ" (Accuracy in Media, AIM) το 1978, ο διοικητής των αμερικανικών στρατευμάτων στο Βιετνάμ στρατηγός Ουεστμόρλαντ, ανέπτυξε τη θεωρία πως "οι Αμερικανοί χειραγωγήθηκαν έντεχνα από το Ανόϊ και τη Μόσχα" μέσω των ΜΜΕ, που με τα "ανακριβή ρεπορτάζ τους" υποβάθμιζαν συστηματικά τις νίκες του εκστρατευτικού σώματος και διέσπειραν τη σύγχυση και την ηττοπάθεια στα μετόπισθεν· με ανάλογα συνθήματα ("τα αμερικανικά ΜΜΕ υπήρξαν το μεγαλύτερο όπλο του Γκιαπ κατά της Αμερικής"), ο ακροδεξιός ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Τζέσε Χελμς θα ζητήσει το 1985 την εκκαθάριση των τηλεοπτικών ΜΜΕ, με πρώτο και καλύτερο το CBS, από τους "φιλελεύθερους υπονομευτές" της εθνικής αφύπνισης. Η ΑΙΜ και ο πρόεδρός της Ριντ Ιρβινγκ, ήταν οι πρωταγωνιστές και της πρόσφατης εκστρατείας κατά των δημοσιογράφων που έφεραν στο φώς την Επιχείρηση Τέιλγουιντ.
Ειρωνεία της ιστορίας: ο εθνικά "φερέγγυος" επιχειρηματίας που το λόμπι της Νέας Δεξιάς προωθούσε την περασμένη δεκαετία στην κορυφή της πυραμίδας των αμερικανικών ΜΜΕ, δεν ήταν άλλος από τον Τεντ Τέρνερ, το αφεντικό του CNN...



H μεταμέλεια του φωτογράφου

Η σκηνή είναι γνωστή: με το πιστόλι στο χέρι, ο διοικητής της νοτιοβιετναμικής αστυνομίας Νγκουέν Νγκο Λοάν, εκτελεί αυτοπροσώπως έναν αιχμάλωτο Βιετκόγκ που είχε συλληφθεί λίγο νωρίτερα. Το γεγονός συνέβη στο κινέζικο προάστιο της Σαϊγκόν, την πρώτη μέρα της επίθεσης του Τετ στη νοτιοβιετναμική πρωτεύουσα (31/1/68). Η φωτογραφική αποτύπωσή του έκανε το γύρο του κόσμου και αναδείχθηκε σε ένα από τα σύμβολα της αγριότητας του "βρόμικου πολέμου". Ολα αυτά είναι γνωστά. Λιγότερο γνωστό είναι το γεγονός ότι ο φωτογράφος που την πήρε -ο Εντι Ανταμς του "Ασοσιέϊτεντ Πρες"- έχει κάνει δημόσια την αυτοκριτική του, για τη βλάβη που προκάλεσε στην εθνική προσπάθεια!
Το σχετικό κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Parade Magazine (15/5/83) με τη μορφή ενός ρεπορτάζ στο μεταπολεμικό Βιετνάμ, το οποίο διαπλέκεται με μνήμες του φωτογράφου από την παλιά καλή εποχή της αμερικανικής κατοχής. Ο Ανταμς εξομολογείται τη δυσφορία που ένιωσε αντικρίζοντας τους βιετναμέζους στρατιωτικούς ντυμένους "με αυτό που νόμιζα πως ήταν οι λάθος στολές" και με "πράσινα ψάθινα κράνη, από κείνα που συνήθως βρίσκαμε δίπλα σε πτώματα"· νοσταλγεί χωρίς προσχήματα τα χρόνια που "σε όλα τα εστιατόρια, τα μπαρ και τα άλλα μέρη που σύχναζαν αμερικανοί φαντάροι, υπήρχε πάντα μουσική"· απορεί που στο Ανόϊ "οι άνθρωποι γελούσαν κι ήταν φιλικοί, λές και τίποτα δεν είχε συμβεί"· κυρίως, όμως, οργίζεται όταν στο αεροδρόμιο της Σαϊγκόν διασταυρώνεται μ' "ένα φουσκομάγουλο, κοκκινομούρη Ρώσο, που φορούσε γκρίζο κουστούμι της μόδας του 1942": "Τι δουλειά είχε εδώ, στη χώρα μου;"
Το τελευταίο μέρος του άρθρου ασχολείται με τη διάσημη φωτογραφία. Το 1969, ο Ανταμς βραβεύτηκε γι' αυτήν στην Ολλανδία. "Η ορχήστρα", θυμάται, "έπαιξε την 'Αστερόεσσα'. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια μου, αλλά δεν ήταν από χαρά. Ηταν για το στρατηγό Λοάν. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχα καταλάβει τι του έκανα. Παίρνοντας εκείνη τη φωτογραφία, κατέστρεψα τη ζωή του. Πάντοτε οι άνθρωποι διαπράττουν τέτοια στον πόλεμο, σπάνια βρίσκεται όμως εκεί ένας φωτογράφος". Με φρίκη διαπιστώνει, άλλωστε, πως ο εχθρός τον "θυμάται κι αυτός": "Στο αεροδρόμιο της Σαϊγκόν με υποδέχθηκε ένας χαμογελαστός δημοσιογράφος. `Εχουμε τη φωτογραφία σας στο κέντρο του πολεμικού μας 'μουσείου', μου είπε. `Μπορώ να σας πάρω μια συνέντευξη;'"



Ενοχές με χάπι εντ

Οσο διαρκούσε η αμερικανική επέμβαση στην Ινδοκίνα, η κινηματογραφική αποτύπωσή της ήταν μάλλον φτωχή και -το κυριότερο- επιβεβλημένα μονοδιάστατη. Στα "Πράσινα Μπερέ" (1968) ο αιώνιος καουμπόι Τζον Γουέϊν πολεμά όπως πάντα τους κακούς Ινδιάνους -μόνο που αυτή τη φορά οι Ινδιάνοι είναι κίτρινοι, ύπουλοι και, κυρίως, θυμίζουν περισσότερο τους "κακούς" γιαπωνέζους μιλιταριστές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (έτσι ώστε να αποκαθίσταται η ρατσιστική συνέχεια του "αγώνα ενάντια στον κίτρινο κίνδυνο") παρά τους εξεγερμένους αγρότες της Ινδοκίνας. Μοναδική διέξοδος για όσους δημιουργούς ήθελαν να καταθέσουν μίαν άλλη άποψη ήταν η αλληγορία ή το ντοκιμαντέρ.
Η ήττα του 1975 και η κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας στον κόσμο συνεπάγονται μια κρίση ταυτότητας, η οποία αντανακλάται άμεσα στην πρώτη φουρνιά ταινιών που αντλούν τη θεματολογία τους από την πρόσφατη σύρραξη. Η πρόσφατη εμπειρία είναι οδυνηρή για το μέσο πολίτη των ΗΠΑ -και το Χόλιγουντ του μιλά για την ήττα ("Βρόμικες νίκες" του Τεντ Ποστ), τις βιαιοπραγίες κατά του άμαχου πληθυσμού ("Διμοιρία καθαρμάτων" του Σίντνεϊ Φιούρι, "Κάποτε στο Βιετνάμ" του Ρίτσαρντ Χέφρον), τα ανθρώπινα ράκη που γύρισαν από το μέτωπο ("Ο γυρισμός" του Χολ Ασμπι), τον παραλογισμό και τη φρίκη του ιμπεριαλιστικού πολέμου ("Αποκάλυψη τώρα" του Κόπολα). Πρόκειται για έργα καλλιτεχνικά και πολιτικά άνισα, με κοινή ωστόσο συνισταμένη την αντίθεση στον πόλεμο, έστω και με αρκετά αμφιλεγόμενους όρους. Γρήγορα, όμως, η φορά των πραγμάτων θα άλλαζε κατεύθυνση. Καθώς η κυρίαρχη οπτική γωνία πάνω στα γεγονότα μετατοπιζόταν αργά αλλά σταθερά από την αμήχανη ενοχή σε πιο "πατριωτικές" ερμηνείες, το Χόλιγουντ άρχισε κι αυτό να προσαρμόζεται κατάλληλα.
Ηδη από το 1978, o "Ελαφοκυνηγός" του Μάϊκλ Τσιμίνο εγκαινιάζει μίαν αντεστραμμένη εικόνα του πολέμου, στην οποία οι Αμερικανοί είναι τα κατεξοχήν θύματα ενώ οι Βιετναμέζοι ενσαρκώνουν την "ασιατική βαρβαρότητα" σε όλο της το μεγαλείο. Στη διάρκεια της δεκαετίας του '80, τα δείγματα αυτής της οπτικής θα πολλαπλασιαστούν: από τα σποραδικά φλας μπάκ με το βασανισμό του αιχμάλωτου κομάντο στο πρώτο "Ράμπο" του Τεντ Κότσεφ (1982) περνάμε στην πανηγυρική υιοθέτηση όλων των ακροδεξιών κλισέ για τους -ακόμη ζωντανούς, υποτίθεται- "αγνοούμενους" του αμερικανικού στρατού στη δεύτερη ταινία της ίδιας σειράς που γύρισε το 1985 ο Τζορτζ Κοσμάτος, αποσπώντας το δημόσιο έπαινο του προέδρου Ρέιγκαν. Το παράδειγμα μιμήθηκαν δεκάδες άλλοι σκηνοθέτες, τα δευτέρας διαλογής προϊόντα των οποίων μπορεί κανείς να τα παρακολουθήσει συνήθως στις μεταμεσονύκτιες ώρες προβολής των cult καναλιών.
Διαφορετικά εξελίχθηκαν τα πράγματα όσον αφορά τους καθωσπρέπει δημιουργούς. Η τομή εδώ σημειώνεται με το πολυβραβευμένο "Πλατούν" του Ολιβερ Στόουν (1986) και σηματοδοτεί την αποποίηση των συλλογικών ενοχών με πολύ πιο διακριτικό τρόπο: πολύ απλά, ο βασικός άξονας της μυθοπλασίας μετατοπίζεται, από την κυρίαρχη μέχρι τότε αντίθεση αμερικανικός στρατός/βιετναμικός πληθυσμός, στις πολύ πιο ανώδυνες διαφορές μεταξύ Αμερικανών. Καλοί εναντίον κακών (στο "Πλατούν" αλλά και τις εκπληκτικές "Απώλειες πολέμου" του Ντε Πάλμα), έξυπνοι και μάγκες εναντίον ηλιθίων (στο "Καλημέρα Βιετνάμ" του Μπάρι Λέβινσον), γιατροί και νοσοκόμες (στο "Σαϊγκόν, το έτος της γάτας" του Σίντνεϊ Φιούρι), στρατονόμοι και σίριαλ κίλερ (στο "Σαϊγκόν" του Κρίστοφερ Κρόου), όλοι οι "πραγματικοί" χαρακτήρες ανήκουν πλέον στο εκστρατευτικό σώμα του Ελεύθερου Κόσμου, ενώ οι Βιετναμέζοι έχουν μετατραπεί σε καρικατούρες ενός ουσιαστικά άψυχου ντεκόρ, η επί σκηνής καταστροφή του οποίου δεν είναι δυνατό να παράγει πλέον καμιά ενοχή.

(Ελευθεροτυπία, 8/11/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  -  ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ