ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ


Το μυστικό της μακριάς γαϊδούρας

1.   2. 

 
Ερωτικά παρατράγουδα

Ερμα γαϊδούρια. Η σποραδική παρουσία τους στην προφορική παράδοση έχει να μαρτυρήσει πολλά για τον πρωτεύοντα ρόλο που τους ανέθεταν οι παραδοσιακές κτηνοβατικές πρακτικές ή/και φαντασιώσεις. Στη Θεσσαλία, για παράδειγμα, η Marie-Christine Anest παρατήρησε ότι οι σχετικές αναφορές των ερωτικών δημοτικών τραγουδιών παραπέμπουν σε αλλοτινές ομαδικές κτηνοβατικές δραστηριότητες, οι οποίες μάλιστα αποδίδονται σε ιερωμένους:
Τρεις παπάδες τρία αγγούρια
κυνηγούσαν μια γαϊδούρα.
Δω την έχουν κει την έχουν
μες στο ρέμα την κατέχουν.
Στέκα βρε ευλογημένη
που είναι η πούτσα καυλωμένη
άμα παρ' και ξεφουσκώσει
ποιος αδειάζ' να στο χώσει; 
Γνωστό σε ευρύτερη περιοχή, το τραγούδι συναντάται και στην Εύβοια. Στην παραλλαγή αυτή, διώκτης του δύσμοιρου ζώου εμφανίζεται ο τούρκος κατακτητής:
'Νας πασάς από του Τάρα
κυνηγάει μια γαϊδάρα.
Δω την έχει, κει την έχει
μες στο ρέμα την παντέχει.
Στάσου, στάσου γαϊδουρίτσα
να σου βάλω κουμπουρίτσα.
("Γαμοτράγουδα δημοτικά. Ανθολογία", εκδόσεις "Κείμενα", Αθήνα 1981).
Η εκμετάλλευση του καρτερικού τετράποδου δεν εξαντλείται πάντως στην άμεση σεξουαλική κακοποίησή του. Τα γαϊδούρια προσφέρονται, όπως φαίνεται, και σε (λιγότερο ή περισσότερο) μεταφορικές χρήσεις, οι οποίες κατά έναν παράδοξο τρόπο δεν χάνουν ποτέ τις σεξουαλικές τους συνδηλώσεις. Χαρακτηριστικά τα δύο παραδείγματα που ακολουθούν, το πρώτο από την Ηπειρο, το δεύτερο από την Πελοπόννησο:
Γάιδαρος επέρασε
και δεν εκαλημέρισε
έπεσε η μαχαίρα του
γαμώ τη θυγατέρα του.
Επίσης:
Του Μηνά το γαϊδουράκι
βρίσκεται στο βουναλάκι.
Πάει ο Μηνάς ψάχνοντας
κ' η Μηνού και κλαίγοντας.
-Σώπα, Μηνού, μην κλαίς
τόπαθαν κι άλλες πολλές
κ' αν ψόφ'σε το γαϊδούρι 
για δικό σου το χουζούρι
κάνεις την προβιά του γούνα
και τ' αρχίδια του κουδούνα
και την πούτσα του σουραύλι 
να την παίζεις κάθε βράδυ.
Η παραδοσιακή αυτή σχέση με τα γαϊδούρια πρέπει να υπήρξε ιδιαίτερα έντονη, καθώς απηχήσεις της συναντώνται ακόμη σήμερα. Ενδεικτικοί είναι οι σατιρικοί στίχοι που αποθησαύρισε η Μαίρη Κουκουλέ στη Λέσβο το 1985:
Καμπόσ' πάλι που δεν μπορούν για να πληρώσουν κούρες.
πηγαίν' στον περίπατο και πιάν' ν' πα' στις γαϊδούρες!
------
Από κάτ' 'πο την καμάρα
μαγκώ τ' μουλάρ', μαγκώ τ' γαϊδάρα
γαμώ τ' μλαρ...
("Νεοελληνική Αθυροστομία", εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1988) 
Στον πρώτο τόμο του ίδιου έργου, η Κουκουλέ περιλαμβάνει και το ακόλουθο δημοτικό από την Κρήτη:
Ο παπάς, ο Παπαντώνης, τη γαϊδάρα του ζυγώνει
στ' ανεβόλεμα την πιάνει και στο χύμα της τη βάνει
κι η γαϊδούρα τζοπατεί κι ο παπάς καλά κρατεί
ψ... ψ... παντέρμη κι η ψωλή μου παραπαίρνει. 
Αλλά και σε μια πασίγνωστη νεοελληνική έκφραση η επιλογή του (θηλυκού) ζώου δεν είναι συμπτωματική, ενώ και πάλι η μεταφορική χρήση δεν αναιρεί την άκρως προβληματική προέλευση του "αστεϊσμού". Τι λέγεται για κάποιον που επιμένει πολύ να επιτύχει κάτι, αδιαφορώντας αν γίνεται φορτικός στους γύρω του; Μα είναι απλό και αναμενόμενο: "Αυτός γκαστρώνει γαϊδούρα στον ανήφορο!".



ΟΙ ΜΕΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕ

ΜΑΚΡΙΑ ΓΑΙΔΟΥΡΑ. Σκοπός: Οι παίχτες της κάθε ομάδας προσπαθούν να μείνουν όσο το δυνατόν περισσότερο στην πλάτη της άλλης ομάδας. Πώς παίζεται: Οι παίχτες χωρίζονται σε δύο ομάδες. Ο αρχηγός της πρώτης ομάδας στέκεται με την πλάτη στον τοίχο και κρατάει από τους ώμους έναν παίχτη της ομάδας του, ο οποίος είναι σκυμμένος με το πρόσωπο προς τον αρχηγό. Οι υπόλοιποι παίχτες της ομάδας κάθονται σκυμμένοι ο ένας πίσω από τον άλλο, πίσω από τον πρώτο παίχτη, και κρατιούνται γερά από τη μέση. Ο αρχηγός της άλλης ομάδας παίρνει φόρα και πηδάει καβαλικευτά όλη την ομάδα, προσπαθώντας να κάτσει όσο το δυνατόν πιο κοντά στον αρχηγό, έτσι ώστε να υπάρχει χώρος για όλους τους παίχτες της ομάδας του. Οι υπόλοιποι παίχτες κάνουν το ίδιο. Αν χωρέσουν όλοι και κανένας δεν ακουμπήσει το πόδι του κάτω, όσο είναι καθισμένοι στην πλάτη της άλλης ομάδας, τότε κερδίζουν. Μετά το παιχνίδι επαναλαμβάνεται με την άλλη ομάδα να κάνει τη "γαϊδούρα". (Μάρως Καλογέρη "Το αλφαβητάρι των παιχνιδιών", εκδ. Δίαυλος, Αθήνα 1996)

ΞΥΛΟΓΑΙΔΑΡΑ. Το παίζουν στην Κρήτη πολλά παιδιά. Πρέπει πρώτα να μοιραστούν σε δυο ομάδες. Επειτα φτιάχνει η πρώτη ομάδα έναν κύκλο με πιασμένα τα χέρια από τους ώμους, το πρόσωπο προς το κέντρο όλα τα παιδιά και με το κεφάλι λίγο σκυμμένο. Ενα παιδί από την ομάδα κρατεί από τη μια άκρη ένα σχοινί δυο μέτρα μακρύ. Την άλλη άκρη την κρατεί ο φύλακας, ένα ελεύθερο, έξω από τον κύκλο παιδί ("να φυλάει από πήδους"). Γυρίζει ο φύλακας ολόγυρα στον κύκλο, προσέχει και προσπαθεί να αγγίξει κανένα παιδί της άλλης ομάδας που και αυτή πάλι κάνει ό,τι μπορεί για να καβαλικέψει τα σκυμμένα παιδιά του κύκλου. Αμα ο φύλακας κατορθώσει να αγγίξει κάνενα, πριν κατορθώσει να καβαλικέψει, χάνει η δεύτερη ομάδα και κάνει αυτή τώρα τον κύκλο. Είναι όμως σπάνιο να προλάβει ο φύλακας. Δεν είναι εντελώς ελεύθερος στις κινήσεις του. Δεν μπορεί να ξεμακρύνει περισσότερο από το μάκρος του σχοινιού. Γι' αυτό πηδούν σιγά σιγά τα παιδιά της δεύτερης ομάδας στις πλάτες των σκυμμένων παιδιών της πρώτης. Μα και τώρα δε χάνεται κάθε ελπίδα. Οσοι είναι καβάλα, κάποτε κουράζονται και ξεσέρνουν κάτω. Πατούν λοιπόν στη γή και τότε έχει ευκαιρία να τους "χτυπήσει" ο φύλακας και ν' απαλλάξει τους συντρόφους του. Επίσης κάνουν πολλές φορές τον παλικαρά και πηδούν κάτω για να ξανακαβαλικέψουν. Και τότε βρίσκει την ευκαιρία να τους "χτυπήσει" ο φύλακας. (Δημ.Λουκόπουλου "Ποια παιγνίδια παίζουν τα ελληνόπουλα".)

ΧΑΜΟΥΚΑΚΙ. Με αυτό το όνομα παίζεται στο Δομοκό το ίδιο παιχνίδι, με μόνη διαφορά, πως ο φύλακας δεν κρατεί σχοινί (στο ίδιο).

ΟΡΘΟΠΟΥΛΙΑ. Στην Τοπόλια της Παρνασσίδας παίζεται μ' αυτό το όνομα. Εδώ, αν μείνουν σύμφωνοι, καβαλικεύεται και η "μάνα". Κι αυτή προσπαθεί με το ποδάρι να "κάψει" τα παιδιά, που περιτριγυρίζουν στον κύκλο να καβαλικέψουν. (στο ίδιο)

ΑΠΑΝ' ΚΑΒΑΛΑ. Είναι το όνομα του ίδιου παιχνιδιού στην Ακαρνανία. "Θα μπει από κάτω", λένε για την ομάδα που κάνει τον κύκλο και σκύβει. "Θα τα σκύψει", λένε για την ίδια ενέργεια στην Τοπόλια. (στο ίδιο)

ΓΚΑΜΗΛΑ. Τα παιδιά (αγόρια πάντα) χωρίζονται σε δυο ομάδες. Η "μάνα" της ομάδας που "τα φυλάει", κάθεται σε ένα σκαλοπάτι. Τα παιδιά της ομάδας της με το μέτωπο προς τη "μάνα" μπαίνουν το ένα πίσω από το άλλο και πιάνονται γερά περνώντας τα μπράτσα τους ολόγυρα στη μέση του μπροστινού τους. Το πρώτο παιδί της αράδας ακουμπάει τα χέρια του στα γόνατα της "μάνας" όπου και στηρίζεται, ενώ όλα τα παιδιά πίσω του σκύβουν ακουμπώντας το στήθος τους στις πλάτες του μπροστινού τους, έτσι που να σχηματίζουν μια γέφυρα.
Μόλις δοθεί το σύνθημα, τα παιδιά της αντίπαλης ομάδας έχοντας μπροστά τον πιο επιδέξιο και ευκίνητο παίχτη, αρχίζουν να πηδάνε στις πλάτες των σκυμμένων παιδιών. Από τη στιγμή που τα παιδιά σκαρφαλώσουν, η καθισμένη "μάνα" αρχίζει και μετράει. "Ενα, δύο, τρία, τέσσερα ...δέκα τάλια". Στο διάστημα αυτό, αν κάποιο από τα σκαρφαλωμένα παιδιά ακουμπήσει χάμω το πόδι του "καίγεται" και μαζί του "καίγεται" και η ομάδα του. Οπότε αλλάζουν ρόλους. (Παιχνίδι στο Καστράκι Καλαμπάκας, από το "Ας παίξουμε πάλι", των Μαρούλας Κλιάφα και Ζωής Βαλάση.)

ΚΑΜΗΛΙΤΣΑ. Παραλλαγή της ξυλογαϊδάρας στην Καστοριά και τα Γρεβενά. Η "μάνα" ή "καμηλίτσα" βγαίνει με "λαχμό". (Δημ Λουκόπουλου, ό.π.)

ΚΑΛΑ ΚΑΡΓΙΑ. Το παιχνίδι αυτό παίζεται με οκτώ παιδιά που χωρίζονται σε δυο ομάδες, από τέσσερα στην κάθε μια. Ενα παιδί στέκεται όρθιο με την πλάτη του στον τοίχο, ένα άλλο με το κεφάλι ακουμπισμένο πάνω στην κοιλιά του άλλου που στέκεται όρθιο, κάνει κλίση. Οι άλλοι δυο της ομάδας κάνουν το ίδιο σχεδόν, ο ένας πίσω από τον άλλο. Δηλαδή με το κεφάλι τους ακουμπούν στους γλουτούς του μπροστινού παιδιού. Οι άλλοι τέσσερις πηδούν πάνω στις πλάτες των άλλων όσο πιο δυνατά μπορούν για να φτάσουν το πρώτο παιδί, μέχρι να πηδήσουν όλοι. Οταν κατορθώσουν και καθήσουν όλοι, μέχρι να λυγίσουν τα παιδιά, χωρίς τα πόδια κανενός απ' αυτούς που είναι πάνω ν' ακουμπήσουν στο χώμα, η ομάδα των άλλων παιδιών φωνάζει: "Καλά καργιά!" Στην περίπτωση αυτή, η ομάδα που έστηνε παραμένει στη θέση της, τ' άλλα παιδιά πηδούν πάλι και το παιχνίδι συνεχίζεται. (Πέπης Δαράκη "Ομαδικά παιχνίδια των παιδιών μας", εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1994)

ΓΟΥΜΑΡ ΛΟΥΓΚΟΥΡ. (Μακρύ γαϊδούρι) Η φλωρινιώτικη παραλλαγή του παιχνιδιού. Εσκυβαν δύο παίκτες και από πάνω πηδούσαν οι υπόλοιποι φτιάχνοντας ένα μακρύ γαϊδούρι. (Αντιγόνης Τσάμη "Λαογραφικά Μελετήματα", Πρέσπες 1994)



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Δημητρίου Λουκόπουλου "Ποια παιχνίδια παίζουν τα Ελληνόπουλα"
(εκδόσεις Α. Ράλλης και Σία, Αθήνα, 1926). Η κλασική πλέον συλλογή των νεοελληνικών παιχνιδιών περιλαμβάνει και περιγράφει δυο παραλλαγές της μακριάς γαϊδούρας.

Μαίρης Κουκουλέ "Νεοελληνική αθυροστομία" (εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1984, 1986, 1988). Τρίτομη αποθησαύριση της αισχρολογίας στην πεζή και έμμετρη λαϊκή εκδοχή της. Ενδιαφέρουσες αναφορές στην παραδοσιακή κτηνοβασία.

Κωνσταντίνας Μπάδα "Το παιχνίδι στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία" (Στο συλλογικό "Παιδικό παιχνίδι", Εθνογραφικά τόμος 9, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα, Ναύπλιο 1993). Μια πρώτη προσέγγιση του παιδικού παιχνιδιού στην Ελλάδα ως ιστορικού και κοινωνικού φαινομένου. Η εμπλοκή του κόσμου των ενηλίκων.

Γεωργίου Ρήγα "Σκιάθου λαϊκός πολιτισμός" (τεύχος δ', παράρτημα περιοδικού "Ελληνικά", Θεσσαλονίκη 1970). Μεγάλο κεφάλαιο για τα παραδοσιακά παιδικά παιχνίδια στη Σκιάθο. Περιλαμβάνει εκτενή περιγραφή της τοπικής παραλλαγής της μακριάς γαϊδούρας που ονομάζεται "Αψ'λές Καμήλις": "Η μάνα της πρώτης ομάδας κυνηγά τρέχοντας τα παιδιά που κρύφτηκαν, με σκοπό να πιάσει κάποιο, να "μαϊνάρ' κανένα". Τα παιδιά πάλι που κρύφτηκαν προσπαθούν να βρουν ευκαιρία να πλησιάσουν τα παιδιά της πρώτης ομάδος που στέκονται όρθια στη σειρά και να τα καβαλικέψουν, να τα "μπήξ'νι καβάλα"".

Κ.Κερένυι "Η μυθολογία των Ελλήνων" (μετάφραση Δημήτρη Σταθόπουλου, εκδ. Εστίας, Αθήνα 1984). Πλούσιες αναφορές στις ερωτικές συναντήσεις θεών και ηρώων με όντα του ζωικού βασιλείου.


ΔΕΙΤΕ

Πατέρας αφέντης
(Padre padrone) των Πάολο & Βιτόριο Ταβιάνι (1976). Η κλασική ανατομία των εσωτερικών σχέσεων μιας πατριαρχικής οικογένειας του ιταλικού νότου περιέχει και ορισμένες σαφείς αναφορές στην παραδοσιακή μεσογειακή κτηνοβασία.

Τα πάντα γύρω από το σέξ (Everything you always wanted to know about sex) του Γούντι Αλεν (1972). Ανεπανάληπτη κινηματογραφική σάτιρα της σεξολογίας, με επτά διαδοχικά σκετσάκια από τα οποία το ένα είναι αφιερωμένο στην κτηνοβασία. Στο ρόλο του ("αρμένιου") κτηνοβάτη, ο δικός μας Τίτος Βανδής.

(Ελευθεροτυπία, 12/10/1997)

 

www.iospress.gr                                   ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ