1938 -1997


Τοπόρ

1.   2. 


ΟΙ ΜΕΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕ

ΦΕΛΙΝΙ
. "Ο Τοπόρ ήρθε στη Ρώμη γιατί του ζήτησα να φτιάξει μερικά σκίτσα για την καινούρια μου ταινία. Γυρνούσα τότε τον 'Καζανόβα'. Πήγαμε μαζί σ' ένα χαρτοπωλείο για να αγοράσουμε χρωματιστά μολύβια. Είχε καλή διάθεση, έμοιαζε λίγο αναμαλλιασμένος και κάθε τόσο ξεσπούσε σε ένα γέλιο τραχύ που μου προκαλούσε αμηχανία. Ενα γέλιο που μαρτυρούσε ανησυχία και θύμιζε χλιμίντρισμα φυλακισμένου αλόγου. Ο Τοπόρ ρίχτηκε στη δουλειά. Χώθηκε σε ένα παλιό ξενοδοχείο στο κέντρο της Ρώμης και σε λίγο χρόνο ετοίμασε μια θαυμάσια σειρά τρομακτικών σκίτσων που χρησιμοποίησα στην κοιλιά της μεγάλης φάλαινας. Με εντυπωσίασε η επαγγελματική ευκολία με την οποία δημιούργησε αυτούς τους εφιάλτες, η χάρη των άγριων εικόνων, η άνεση με την οποία βυθιζόταν στην προσωπική του κόλαση, κοσμώντας την με όλους τους νόμους της τέχνης προκειμένου να προσφέρει μίαν αξιαγάπητη μαρτυρία. Με δυο λόγια, πειθαρχία εφαρμοσμένη στο όνειρο και λεπτομέρεια στην περιγραφή του απερίγραπτου [...]. Στον Τοπόρ με ενθουσιάζει η άπειρη μελαγχολία του, ο κόσμος του που δεν έχει ελπίδα αλλά ταυτόχρονα είναι τόσο τέλειος και αναπαριστάνεται με τόσες λεπτομέρειες που γίνεται σχεδόν οικείος. Είναι κάτι που έχουμε κοινό, κι αυτό με ώθησε να απευθυνθώ σε αυτόν την εποχή που γύριζα τον 'Καζανόβα': έχω την αίσθηση ότι το να ζεις μέσα σε ένα σκίτσο του Τοπόρ είναι κάπως σαν να ζεις σε κάποια δική μου ταινία."

ΑΡΑΜΠΑΛ. Από ποίημά του αφιερωμένο στην προσωπικότητα του Τοπόρ και γραμμένο στο Παρίσι τον Νοέμβριο του 1984: "Είναι να θαυμάζεις/ με πόση γλυκιά ξεροκεφαλιά/ η ιδιοφυία του Τοπόρ καταφέρνει/ να αλώσει την ψυχή./ Χώνεται στη σκοτεινιά μας/ σπάει τη σιωπή/ θριαμβεύει στα βουβά ερέβη/ μαγεύει, μεταφέρει, φωτίζει. [...] Με τρόπο εξαίσιο/ ο Τοπόρ σπαταλά αλόγιστα τη φαντασία/ μέσα στο πεδίο της ακρίβειας./ Το έργο του περικλείει την πιο λεπτή γνώση/ που μπορεί να βρεθεί στην εποχή μας/ αλλά διαθέτει τόση ιδιοφυία/ ώστε να μοιάζει γεμάτη χάρη."

ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. "Σήμερα ξανασήκωσα μαύρη σημαία./ Η μοναξιά μού σπάει τα κόκαλα/ και δεν με σώζει ούτε καν η ομαρφιά του Παρισιού./ Και πάλι καταφεύγω στην ζωγραφική του Τοπόρ,/ την τόσο εφιαλτική και μελαγχολική και αγνή./ Ολα αναποδογύρισαν για μένα/ και η Γαλλία κατέληξε πατρίδα μου θετή/ και η Αθήνα μού φαίνεται σαν θαμπό όραμα μακρινό/ -ωχ, είκοσι χρόνια ξενιτιάς είναι πολλά./ Καθώς το είπε ο Κουρτ Τουχόλσκι:/ το χιούμορ είναι κάτι που σε δυσφημίζει./ Και ίσως γιαυτό αγαπώ την Τέχνη του Τοπόρ./ Κατανοώ πως το Αλφα προαναγγέλλει το Ωμέγα,/ αφού ο Διάβολος μας χαρίζει την Γυναίκα και/ και την Ηδονή και την Ποίηση και την Μουσική./ Σήμερα είναι 1η Σεπτεμβρίου 1996/ και η μοναξιά με ρουφάει στο άπατο σκοτάδι/ και ξεφυλλίζω εκείνο το λεύκωμα του Τοπόρ/ με τα αλλόκοτα όνειρα που με φοβίζουν/ και τις ερωτικότατες Γυμνές Γυναίκες/ τις γεμάτες Ομορφιά και Προδοσία./ Δεν καταλαβαίνω τον Τοπόρ μα τον νιώθω,/ όπως νιώθω την βροχή, χωρίς να την καταλαβαίνω." (Από το "Μόνον ο Τοπόρ με συγκρατεί", "Ιχνευτής", τ. 18. σ. 15).

"ΕΝΟΙΚΟΣ". Ο Τοπόρ γράφει για τις φοβίες του ήρωά του στον "Ενοικο": "Ο Τρελκόφσκι δεν συνήθιζε να σκέφτεται το θάνατο. Οχι πως αδιαφορούσε -κάθε άλλο. Ομως, ακριβώς γι αυτόν το λόγο, τον απέφευγε συστηματικά. Μόλις ένιωθε τις σκέψεις του να προσεγγίζουν αυτό το επικίνδυνο θέμα, χρησιμοποιούσε κάθε είδους υπεκφυγές, που είχαν τελειοποιηθεί με το χρόνο. Ετσι, σ' αυτές τις κρίσιμες στιγμές, σιγοτραγουδούσε τα χυδαία σουξεδάκια που άκουγε στο ραδιόφωνο και που συνιστούν το τέλειο εγκεφαλικό φράγμα. Αλλες φορές τσιμπιόταν ώσπου να ματώσει, ή έβρισκε καταφύγιο στον ερωτισμό. Ξανάβλεπε μπροστά του κάποια γυναίκα που είχε δεί στο δρόμο να φτιάχνει την κάλτσα της, το μπούστο μιας πωλήτριας που χανόταν στα βάθη του ντεκολτέ της. Αυτό ήταν το δόλωμα. Αν το μυαλό του τσιμπούσε, τότε η δύναμη της σκέψης του ήταν μεγάλη: σήκωνε τις φούστες, έσκιζε τις μπλούζες, μεταφόρφωνε τις αναμνήσεις. Και σιγά σιγά, μπροστά στις εξουθενωμένες γυναίκες, τις μαλαγμένες σάρκες, η εικόνα του θανάτου ξεθώριαζε".

"ΣΚΑΤΟΓΕΡΟΣ". Περί της αρτηριοσκλήρυνσης στις τέχνες και τις ιδέες: "Παράξενη ιδιότητα της μνήμης! Οσο γερνάω, μου ξανάρχονται στο νου λεπτομέρειες από τα παλιά, ενώ είμαι ανίκανος να συγκρατήσω γεγονότα που συνέβησαν την προηγούμενη βδομάδα. Η πρώτη εξήγηση που αναπηδάει στο μυαλό μου, έχει να κάνει με τη φήμη των περασμένων συναναστροφών μου. Είν' εύκολο να θυμάσαι έναν Ραβέλ, έναν Μόργκενστερν, έναν Μπεργκσόν. Αντίθετα, οι νέοι έχουν όλοι τους το ίδιο πρόσωπο. Αλλοτε, δεν συναντούσα παρά μόνο ένδοξα ονόματα. Αυτά όμως σβήνουν ένα ένα, χωρίς ν' αντικατασταθούν. Ανήκω σε μια γενιά όπου τα άτομα δεν ήταν ακόμα εναλλάξιμα. Οταν ένας από μας φεύγει, η θέση του μένει κενή. Τι ωφελεί λοιπόν να φορτώνω τη μνήμη μου με ονόματα νέων από τους οποίους ο ένας μπορεί και να γίνει διάσημος μετά το θάνατό μου; Μα και πάλι, ούτε κι αυτό είναι σίγουρο. Δεν θυμάται κανείς το μέλλον! Δεν πρέπει ν' αντιστρέφουμε τους ρόλους. Εκείνοι πρέπει να θυμούνται εμένα, να ποιό είναι το λογικό. Είναι πολύ πιο εύκολο σ' αυτούς απ' ό,τι σε μένα. Κι αν η μνήμη τους είναι αδύνατη, δεν έχουν παρά να κρατάνε σημειώσεις." (Από τα "Απομνημομεύματα ενός σκατόγερου").

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

"Topor"
(έκδοση επιμελημένη από τους Gina Kehayoff και Christoph Stolzl, εκδ. Albin Michel, Παρίσι 1985). Το λεύκωμα περιλαμβάνει κείμενα, εικαστικά έργα και συνεντεύξεις του Τοπόρ, φωτογραφικά ντοκουμέντα από τη ζωή του, αλλά και ποικιλία αναγνώσεων του έργου του από σημαντικούς σύγχρονους διανοητές. Αφορμή για την έκδοση υπήρξε η έκθεση "Ο Τοπόρ, ο Θάνατος και ο Διάβολος" που πραγματοποιήθηκε το 1985 στο Μουσείο της Πόλης του Μονάχου.

Ηλία Πετρόπουλου, "Τopor. Τέσσερεις Εποχές" (δίγλωσση -ελληνική και γαλλική- έκδοση, Νεφέλη, Αθήνα 1991). Τέσσερα ποιήματα -όσα και οι εποχές του χρόνου- για τον Τοπόρ. Το βιβλίο περιλαμβάνει σκίτσα του Τοπόρ φιλοτεχνημένα για τη συγκεκριμένη έκδοση.

"Εικαστικό αφιέρωμα στον Ρολάν Τοπόρ" (περιοδικό "Ιχνευτής", τ. 18, χειμώνας 1996, σ. 13-38). Το αφιέρωμα παρουσιάζει εικαστικά έργα του Τοπόρ, καθώς και ένα ποίημα του Ηλία Πετρόπουλου με τίτλο "Μόνον ο Τοπόρ με συγκρατεί".

Ρολάν Τοπόρ, "Απομνημονεύματα ενός σκατόγερου" (μετάφραση Ξένη Λεκατσά- Τσομπανάκη, εκδόσεις Γράμματα, Αθήνα 1993). Μαύρο χιούμορ και σαρκασμός είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της ιδιότυπης αυτής περιδιάβασης στην καλλιτεχνική ανθρωπογεωγραφία του εικοστού αιώνα, κατά τη διάρκεια της οποίας καμιά από τις καλλιτεχνικές αξίες της εποχής δεν παραμένει στο απυρόβλητο.

Roland Topor, "Ο ένοικος" (μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη, εκδόσεις opera, Αθήνα 1994). Το γνωστό μυθιστόρημα του Τοπόρ που δημοσιεύτηκε το 1976 και γνώρισε παγκόσμια επιτυχία, ιδιαίτερα μετά την κινηματογραφική του μεταφορά.


ΔΕΙΤΕ

Ο ένοικος
(The tenant) του Ρομάν Πολάνσκι (1976). Η καλύτερη ίσως ταινία του γνωστού σκηνοθέτη, είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίου του Τοπόρ. 

Καζανόβας (Il Casanova) του Φεντερίκο Φελίνι (1976). Σκηνές από τη ζωή του γνωστού γυναικοκατακτητή, δοσμένες με το γνώριμο ύφος του Φελίνι. Ορισμένα σχέδια για τη σκηνογραφία είχαν γίνει από τον Τοπόρ.

Νοσφεράτου, ο δράκουλας της νύχτας (Nosferatu, Phantom der Nacht) του Βέρνερ Χέρτσογκ (1979). Ριμέiκ της κλασικής ταινίας του Μουρνάου, με τον Κλάους Κίνσκι και την Ιζαμπέλ Ατζανί. Ο Τοπόρ ως ηθοποιός σε δεύτερο αλλά χαρακτηριστικό ρόλο.

(Ελευθεροτυπία, 18/5/1997)

 

www.iospress.gr                                   ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ