ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ


Αμάρτησα για την πατρίδα μου

1.  /  2.

 
Υπεράνω πάσης υποψίας

Ο δικτάτορας της Ινδονησίας, στρατηγός Σουχάρτο, δεν πρόκειται ποτέ να δικαστεί ως εγκληματίας πολέμου. Οι σχέσεις του με τις χώρες της πολιτισμένης Δύσης είναι κάτι παραπάνω από άψογες, το κύρος του στην πλανητική κοινότητα των ΜΜΕ και τις διεθνείς αγορές εξαιρετικό. Στα 75 του χρόνια θεωρείται, άν μη τι άλλο, εγγυητής της σταθερότητας της τέταρτης σε πληθυσμό χώρας στον κόσμο. Οταν στις αρχές Ιουλίου επισκέφθηκε ξαφνικά τη Γερμανία για ένα `αμελητέο' καρδιακό πρόβλημα, τα χρηματιστήρια πέρασαν δύσκολες ώρες μέχρι οι γιατροί να εκδώσουν το πολυπόθητο τονωτικό πόρισμα.
Αν ιδρυόταν ποτέ ένα μόνιμο διεθνές δικαστήριο για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ο καθόλα αποδεκτός αυτός ηγέτης θα έπρεπε να είναι ο πρώτος πελάτης. Η άνοδός του στην εξουσία, τον Οκτώβριο του 1965, συνοδεύτηκε από το μεγαλύτερο λουτρό αίματος της ψυχροπολεμικής περιόδου: δράτοντας την ευκαιρία που τους πρόσφερε ένα απροσδιόριστης πατρότητας στρατιωτικό κίνημα, οι ένοπλες δυνάμεις του στρατηγού Σουχάρτο εξολόθρευσαν μέσα σε λίγες βδομάδες τη μαζική βάση του Κ.Κ.Ινδονησίας ( του μεγαλύτερου, τότε, μη-κυβερνητικού κομμουνιστικού κόμματος στον κόσμο). "Σε λιγότερο από ένα χρόνο", υπενθυμίζει πρόσφατη έκδοση της Διεθνούς Αμνηστίας, "σκοτώθηκαν από μισό μέχρι ένα εκατομμύριο άτομα. Το μαζικό φονικό δεν ήταν μιά αυθόρμητη αντίδραση στην υποτιθέμενη εσχάτη προδοσία του ΚΚΙ, όπως η κυβέρνηση και ο στρατός σταθερά υποστηρίζουν · ενθαρρύνθηκε, οργανώθηκε και διεξήχθη από τον ινδονησιακό στρατό κι από παρακρατικές οργανώσεις που δρούσαν με την υποστήριξη ή την ανοχή των στρατιωτικών" ( "Indonesia and East Timor. Power and impunity", Σεπτ.1994, σ.16). Οι κατά τα άλλα ευαίσθητοι οργανωτές της συλλογικής συνείδησης στη δημοκρατική Δύση όχι μόνο δεν αντέδρασαν σ'αυτό το ολοκαύτωμα αλλά, απεναντίας, του παρείχαν κάτι παραπάνω από τις ευλογίες τους. Σε ειδικό αφιέρωμά του (15/7/96), το περιοδικό Time χαρακτήρισε την εξόντωση των ινδονήσιων κομμουνιστών σαν "τα καλύτερα νέα που είχε η Δύση από την Ασία εδώ και χρόνια", ενώ το 1990 αποκαλύφθηκε πως η αμερικανική πρεσβεία της Τζακάρτα είχε φροντίσει την κατάλληλη στιγμή να προμηθεύσει τους στρατιωτικούς με λίστα 5.000 στελεχών του ΚΚΙ για τα περαιτέρω.
Παλιές και περασμένες ιστορίες, θα πεί κανείς. Ομως το μητρώο του στρατηγού Σουχάρτο περιλαμβάνει κι άλλες σελίδες δόξας. Το Δεκέμβριο του 1975, ο στρατός του κατέλαβε με τη βία το Ανατολικό Τιμόρ, ανατρέποντας τη νεοσύστατη αριστερή κυβέρνηση του μετώπου Fretilin. Ο ΟΗΕ αρνείται μέχρι σήμερα να νομιμοποιήσει την προσάρτηση αυτής της "Κύπρου του Ειρηνικού" στο ινδονησιακό κράτος, όσα δε ακολούθησαν μονάχα ως γενοκτονία μπορούν να χαρακτηριστούν: σύμφωνα πάντα με τη Διεθνή Αμνηστία, "ο αριθμός των ανθρώπων που έχουν σκοτωθεί ως αποτέλεσμα της ένοπλης σύρραξης υπολογίζεται από μιά ευρύτατη γκάμα πηγών σε 200.000, δηλαδή το 1/3 περίπου του συνολικού πληθυσμού πριν από την εισβολή" ( "East Timor", 1985, σ. 6). Σε άλλα 120-150.000 υπολογίζoνται επίσης τα θύματα του άλλου αποικιακού πολέμου της Ινδονησίας, στο Ιριαν Τζάγια ( δυτική Νέα Γουϊνέα), κατά των ιθαγενών Παπούα ( Le Monde Diplomatique 9/1986).
Αυτά όσον αφορά το στρατηγό Σουχάρτο. Αν επιμείναμε στην περίπτωσή του, είναι γιατί αποτελεί την πιό κραγαλέα ίσως απόδειξη της διάχυτης υποκρισίας στο ζήτημα. Ο κατάλογος, φυσικά, δεν περιλαμβάνει μόνο τριτοκοσμικούς δικτάτορες. Στην πρώτη γραμμή συναντά κανείς τις στρατιωτικές και πολιτικές ηγεσίες των δυτικών δημοκρατιών που διεξήγαγαν τους κτηνώδεις αποικιακούς πολέμους και τις αντικομμουνιστικές εκατόμβες της μεταπολεμικής περιόδου. Ποιός όμως θα τολμούσε να ζητήσει τη δίωξη λχ του πρόσφατα εκλιπόντος Φρανσουά Μιτεράν, Υπουργού Αποικιών της Γαλλίας στον πόλεμο της Αλγερίας, ή του υπουργού Αμυνας των ΗΠΑ κατά την επέμβαση στο Βιετνάμ, Ρόμπερτ Μακναμάρα; Ακόμη περισσότερο, ποιός θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί την παραπομπή του Μπαρίς Γιέλτσιν για τη συνεχιζόμενη μέχρι σήμερα, χάριν της διεθνούς σταθερότητας, γενοκτονία του λαού της Τσετσενίας - την τόσο όμοια με τα εγκλήματα του Μλάντιτς, του Κάρατζιτς και των άλλων καθοδηγητών της βοσνιακής εθνοκάθαρσης;


ΟΙ ΜΕΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕ

ΚΑΙΖΕΡ
. Η συνθήκη των Βερσαλιών που υπογράφηκε στις 28 Ιουνίου 1919 με τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου προέβλεπε τη συγκρότηση διεθνούς δικαστηρίου για να δικαστεί ο τέως αυτοκράτορας της Γερμανίας Γουλιέλμος Β' "επειδή παραβίασε τη διεθνή ηθική και τις διεθνείς συνθήκες" (άρθρο 227). Μαζί μ' αυτόν θα έπρεπε να οδηγηθούν στη "στρατιωτική δικαιοσύνη" (άρθρο 229) "τα πρόσωπα που κατηγορούνται ότι έδρασαν αντίθετα από τους νόμους και τα ήθη του πολέμου" (άρθρο 228).
Ο Κάιζερ δεν έφτασε ποτέ στο δικαστήριο. Κατέφυγε στην Ολλανδία όπου έζησε ανενόχλητος μέχρι το θάνατό του το 1941. Η Ολλανδία αρνήθηκε τη έκδοσή του, διότι το έγκλημα το οποίο του καταλόγιζε η συνθήκη δεν αντιστοιχεί σε καμιά συμφωνία έκδοσης εγκληματιών. Του παραχωρήθηκε, μάλιστα, πολιτικό άσυλο. Οι σύγχρονοι αναλυτές του διεθνούς δικαίου συγκλίνουν στην υπόθεση ότι η διατύπωση του 227 υπήρξε σκόπιμα ασαφής, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί το ακαταδίωκτο του έκπτωτου αυτοκράτορα. Επρόκειτο για ένα συμβιβασμό προς το φιλομοναρχικό πνεύμα που επικρατούσε σε ορισμένες συμμαχικές χώρες.

ΤΑΛΑΑΤ ΠΑΣΑ. Δίκαια διαμαρτύρονται οι Αρμένιοι που επέζησαν από τη γενοκτονία των αρχών του αιώνα. Μόνο που το διεθνές δίκαιο έχει ήδη αποφασίσει ότι τα εγκλήματα του τουρκικού στρατού εις βάρος τους θα μείνουν ατιμώρητα. Η συνθήκη της Λωζάνης που έθεσε οριστικά τέρμα στις εχθροπραξίες ανάμεσα στην Τουρκία και τις συμμαχικές νικήτριες δυνάμεις (24 Ιουλίου 1923) συμπληρώθηκε με την κήρυξη αμνηστίας για όλα τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από την 1η Αυγούστου 1914 μέχρι την 20ή Νοεμβρίου 1922. Σύμφωνα με τον Αρμένιο ιστορικό Πασντερμετζιάν, όταν ο Χίτλερ ανακοίνωσε στο επιτελείο του τον Αύγουστο του 1939 την πρόθεσή του να εισβάλει στην Πολωνία σκοτώνοντας χωρίς οίκτο άντρες γυναίκες και παιδιά, χρησιμοποίησε το ιστορικό παράδειγμα για να καθησυχάσει τους συνομιλητές του: "Ποιος θυμάται σήμερα την εξόντωση των Αρμενίων;"

ΠΟΛ ΠΟΤ. Τη δεκαετία του '70 όλη η Δύση φρικιούσε μπροστά στο καθεστώς των "ερυθρών Χμερ" που κατηγορήθηκε ως υπαίτιο για την εξόντωση 1.000.000 Καμποτζιανών σε σύνολο πληθυσμού 7.5 εκατ. Ακόμα και σήμερα αναζητούνται τρόποι για την ποινική "εκκαθάριση" της σφαγής. Η Ουάσινγκτον Ποστ αποκάλυψε τον περασμένο Μάρτιο ότι μια ομάδα νομικών, διπλωματών και πανεπιστημιακών αναζητεί στο Πανεπιστήμιο Γιέιλ τον τρόπο να αποδοθεί δικαιοσύνη. "Δεν υπάρχουν πολλές ελπίδες να φτάσει κάποτε ο Πολ Ποτ και οι σύμμαχοί του στο εδώλιο ενός Διεθνούς Δικαστηρίου. Οι επικεφαλής όμως του ερευνητικού προγράμματος ελπίζουν ότι θα συγκεντρώσουν αρκετές πληροφορίες έτσι ώστε να οδηγήσουν του ερυθρούς Χμερ ενώπιον του δικαστηρίου της Ιστορίας." Στο μεταξύ κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν ο Πολ Ποτ είναι ακόμα ζωντανός.

ΤΑΝΤΙΤΣ. Ο 30χρονος Σερβοβόσνιος Ντούσαν Τάντιτς, ιδιοκτήτης μπαρ και γνώστης πολεμικών τεχνών, υπήρξε ο πρώτος από τους κατηγορούμενους για εγκλήματα πολέμου στην πρώην Γιουκλοσλαβία που δικάστηκε από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης. Υποπτος για τη δολοφονία 32 ατόμων και το βασανισμό άλλων 61 στο στρατόπεδο Ομάρσκα της Βοσνίας, ο Τάντιτς εκδόθηκε από τη Γερμανία στις 31.3.94 και συνελήφθη πρώτος από τους 21 Σερβοβόσνιους εναντίον των οποίων είχαν αρχικά απαγγελθεί κατηγορίες για "εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας". Η δίκη του Τάντιτς ξεκίνησε στις 7.5.96 με βασική υπερασπιστική γραμμή ότι τον μπλέκουν με άλλον και ότι λανθασμένα του αποδίδεται η ταυτότητα του εγκληματία. Η δίκη διήρκεσε επτά εβδομάδες. Στις 22 Ιουνίου το δικαστήριο τον απήλλαξε, θεωρώντας ανεπαρκή τα στοιχεία εναντίον του.

ΧΟΥΤΟΥ. Τεράστια εμπόδια αντιμετωπίζει το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο του ΟΗΕ προκειμένου να δικάσει τους Χούτου που ευθύνονται για τις σφαγές εναντίον των Τούτσι στη Ρουάντα (1994). 35 ανακριτές και 10 δικαστές συλλέγουν μαρτυρίες και διατάσσουν ιατρικές και νομικές πραγματογνωμοσύνες προκειμένου να καταλήξουν στον αριθμό των ατόμων εναντίον των οποίων πρέπει να απαγγελθεί κατηγορία. Μεταξύ άλλων, έχουν διατάξει την εκταφή των πτωμάτων που έχουν ταφεί σε ομαδικούς τάφους, έργο που ανέλαβαν ομάδες των "Γιατρών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα". Σε αντίθεση με την επιθυμία πολλών Τούτσι που βλέπουν τους δολοφόνους να κυκλοφορούν ελεύθεροι, το δικαστήριο καθυστερεί, προσπαθώντας να σχηματίσει μια κάπως συνολική εικόνα για τους υπεύθυνους των σφαγών που στοίχισαν τη ζωή 500.000 ανθρώπων. Το βασικό ωστόσο πρόβλημα συνοψίζεται στον αριθμό των ατόμων που είναι δυνατόν να παραπεμφθούν σε δίκη: στην περίπτωση της Ρουάντα, ολόκληρες κοινότητες, επηρεασμένες από μια στάση που ονομάστηκε "κουλτούρα της ατιμωρησίας", έχουν εμπλακεί στη γενοκτονία των αντιπάλων.

ΕΡΝΤΕΜΟΒΙΤΣ. Ο 24χρονος Κροάτης που υπηρέτησε στις τάξεις του σερβοβοσνιακού στρατού παραδέχθηκε στις 31 Μαϊου την ενοχή του ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης. Ο Ντούζαν Ερντέμοβιτς, ο οποίος κατηγορείται ότι συμμετείχε στην εκτέλεση εκατοντάδων Μουσουλμάνων στη Σρεμπρένιτσα, ομολόγησε ότι πήρε μέρος στη σφαγή εκατοντάδων αμάχων μουσουλμάνων τον Ιούλιο του '95.

ΓΚΟΛΤΝΣΤΟΟΥΝ. Ο Νοτιοαφρικανός Ρίτσαρντ Γκολντστόουν, ο οποίος έχει αναλάβει καθήκοντα εισαγγελέα στη Χάγη, δεν κρύβει την απογοήτευσή του για την απροθυμία των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών να τον εφοδιάσουν με τα στοιχεία που διαθέτουν για τα διαπραχθέντα εγκλήματα πολέμου στη Βοσνία. "Oι προσδοκίες του ήταν υπερβολικές", σχολιάζει στέλεχος της CIA στο αμερικανικό περιοδικό The N.York Review (9.5.96). Ο ίδιος ο διευθυντής της εν λόγω υπηρεσίας, Τζον Ντόιτς, το επιβεβαιώνει με τον τρόπο του: "Η ευαίσθητη φύση των πληροφοριών και των πηγών μας αποκλείουν τη δημόσια γνωστοποίησή τους. Η προστασία της συλλογής πληροφοριών από τις αμερικανικές κατασκοπευτικές υπηρεσίες είναι νόμος της χώρας και μία από τις βασικότερες ευθύνες μου".


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Olivier Lanotte, "Repression des crimes de guerre. Espoir ou utopie?"
(εκδ. Les dossiers du GRIP, Βρυξέλες 1995). Χρήσιμο χρονικό της δημιουργίας του διεθνούς δικαίου για την αντιμετώπιση των εγκλημάτων πολέμου, οι διαπλοκές του ζητήματος με τις κατά καιρούς διακρατικές σχέσεις, το δίκαιο της Νιρεμβέργης και η κριτική που του ασκήθηκε, οι πρόσφατες περιπτώσεις της Ρουάντα και της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Gerd Hankel, Gerhard Stuby (επιμ.), "Strafgerichte gegen
Menschheitsverbrechen. Zum Volkerstrafrecht 50 Jahre nach den Nurnberger Prozessen"
(εκδ. Hamburger Editon, 1995). Νομικοί από διάφορες χώρες σχολιάζουν την επικαιρότητα των "αρχών της Νιρεμβέργης" και τις δυνατότητες συγκρότησης ενός αξιόπιστου διεθνούς νομικού πλαισίου αντιμετώπισης των εγκλημάτων πολέμου.

Tribunal Russell (εκδ. Gallimard, Παρίσι 1967). Δίτομη έκδοση των πρακτικών του "Δικαστηρίου Γνώμης" που συγκροτήθηκε από τον γνωστό άγγλο νομπελίστα φιλόσοφο για να δικάσει τα εγκλήματα των Αμερικανών στο Βιετνάμ. Πρόεδρος ορίστηκε ο Ζαν Πολ Σαρτρ και συμμετείχαν ο Λέλιο Μπάσο, ο Στόκλεϊ Καρμάικλ, ο Ισαάκ Ντόιτσερ, η Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο Λάσαρο Καρδένας, ο Βόλφγκανγκ Αμπενροτ και ο Πέτερ Βάις.


ΔΕΙΤΕ

Τα απόρρητα της Νυρεμβέργης
(Judgment at Nuremberg) του Στάνλεϊ Κράμερ ( 1961). Ενας αντιναζιστής αμερικανός αξιωματικός διορίζεται συνήγορος υπεράσπισης στη δίκη των οικονομικών στελεχών του Γ' Ράϊχ. Στοχασμός πάνω στις ευθύνες για τη χιτλερική λαίλαπα αλλά και για τα όρια της μεταπολεμικής απονομής δικαιοσύνης από κάποιον που γνώρισε τις μακαρθικές διώξεις.

Oι θανατοποινίτες (Breaker Morant) του Μπρους Μπέρεσφορντ (1979). Η τελετουργική δίκη σκοπιμότητας, καταδίκη και εκτέλεση μερικών αυστραλών αξιωματικών του βρετανικού στρατού για εγκλήματα πολέμου κατά τον πόλεμο των Μπόερς, ιδωμένη από την πλευρά των εξιλαστήριων θυμάτων.

Ο θάνατος και η κόρη (Death and the Maiden) του Ρόμαν Πολάνσκι (1994). Στη μεταπολιτευτική Χιλή, μια πρώην πολιτική κρατούμενη αποφασίζει να δικάσει μόνη της το γιατρό βασανιστή της. Ερωτηματικά για τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να συμβιώσει δίχως κάθαρση από τα εγκλήματα του άμεσου παρελθόντος.

(Ελευθεροτυπία, 28/7/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ