Οι φυλές των δικηγόρων

1.  /  2.

 

"Εγώ είμαι εργατόπαιδο κι εσύ της Νομικής" παραπονιόταν κάποτε το δημοφιλές άσμα. Η εποχή που το νόημα αυτού του διαχωρισμού ήταν αυτονόητο έχει όμως παρέλθει ανεπιστρεπτί. Με αυξανόμενους ρυθμούς, το φασόν περνάει τις πόρτες των δικηγορικών γραφείων.

Τάσεις προλεταριοποίησης στο κατεξοχήν μικροαστικό επάγγελμα της χώρας μας;

Δικονομία κάνε!

Ξεφυλλίζοντας τα προεκλογικά φυλλάδια των παρατάξεων που κατεβαίνουν στις σημερινές εκλογές του ΔΣΑ, αυτό που διαπιστώνει κανείς είναι η αίσθηση μιας κατακλυσμιαίας κρίσης που διαπερνά το λόγο των περισσότερων από τους επίδοξους ηγέτες του συλλόγου. Ακόμα και για όσους έχουν εθιστεί στο συνήθη βερμπαλισμό των δικαστηριακών και συνδικαλιστικών αναμετρήσεων, οι τόνοι είναι κάπως ασυνήθιστα ψηλοί: "Η κατάσταση μας οδηγεί σε πραγματικό επαγγελματικό αφανισμό" διαπιστώνει ο ένας, για "στιγμές αγωνίας για το παρόν και το μέλλον του επαγγέλματος" κάνει λόγο ο άλλος, "τέλος εποχής" διαπιστώνουν κάποιοι τρίτοι. Οι αλλεπάλληλες απεργιακές κινητοποιήσεις της περιόδου 1992-94 καταγράφονται κατά κανόνα σαν το ορόσημο μετάβασης σε μια νέα πραγματικότητα, πολύ διαφορετική από την εικόνα που η ελληνική κοινωνία έχει παραδοσιακά διαμορφώσει για τους διαχειριστές της έννομης τάξης. Ως κύριο σύμπτωμα - για ορισμένους και αιτία - της κρίσης εντοπίζεται η ραγδαία αύξηση των επαγγελματιών του κλάδου και, δευτερευόντως, η υπερσυγκέντρωσή τους στην περιοχή της πρωτεύουσας: 26.000 περίπου δικηγόροι σε όλη την Ελλάδα, απ' τους οποίους 15.318 στην Αθήνα...
Μια πρώτη ένσταση που θα μπορούσε εύκολα να προβληθεί συνδέεται με μια εγχώρια παράδοση γκρίνιας των ελεύθερων επαγγελματιών - την αέναη φιλολογία περί κρίσης, που περισσότερο ίσως έχει σχέση με τις αυξημένες επαγγελματικές προσδοκίες και στοχεύσεις των μικροαστικών στρωμάτων παρά με τις καταστροφικές συνθήκες της ίδιας της πραγματικότητας. Μήπως στην ίδια την εισηγητική έκθεση του ν.δ. 3026 "περί του κώδικος δικηγόρων", εν έτει 1954, δε διαβάζουμε ότι "ένεκα της δυσαναλόγου συγκεντρώσεως Δικηγόρων" στην Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη, "εις τα τρία αυτά κέντρα παρατηρείται υπερπληθωρισμός, όστις επιφέρει απαθλίωσιν και κατάρριψιν του οικονομικού, κοινωνικού και ηθικού επιπέδου του Δικηγόρου"; Οι πιό ψαγμένοι θα εντοπίσουν αντίστοιχες κινδυνολογίες ήδη από το 1911, κατά την κατάθεση αντίστοιχου νομοσχεδίου στη Βουλή από τον Ν.Δημητρακόπουλο. Παρόλα αυτά, μιά εμπειρική επαφή με τα πράγματα αρκεί για να καταστήσει σαφές ότι ο κλάδος βρίσκεται όντως σε μιά φάση δομικών μετασχηματισμών κι ότι η τηλεοπτική εικόνα του επώνυμου δικηγόρου / υπολογίσιμου κοινωνικού και πολιτικού παράγοντα δεν αποτυπώνει παρά μονάχα μιά πτυχή της πραγματικότητας.

Το τέλος του μικροαστικού ονείρου
---------------------------------

Μιά γενικά αποδεκτή ανάλυση του παραδοσιακά αναβαθμισμένου ειδικού βάρους των δικηγόρων στη δημόσια ζωή της Ελλάδας συνδέει το φαινόμενο με την εξίσου παραδοσιακή "καθυστέρηση" του τόπου: "η εξαιρετικά έντονη κοινωνική και οικονομική εξάρτηση ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού από τον κρατικό μηχανισμό θα τείνει να οδηγήσει στην εκτροφή ενός εκτεταμένου σώματος επαγγελματιών "διαμεσολαβητών" ανάμεσα στα συμφέροντα αυτά και στο αθέατο γραφειοκρατικό "Κάστρο", η πρόσβαση προς το οποίο προϋποθέτει τη χρησιμοποίηση μιας ειδικής νομικοφανούς "τεχνολογικής" γλώσσας" ( Κ. Τσουκαλάς "Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος", Αθήνα 1981, σ.160). Με το νεοφιλελεύθερο σάρωμα του "κρατικοδίαιτου" παρελθόντος, φαίνεται ότι έχει φτάσει πια η ώρα να γίνουν πράξη τα εκσυγχρονιστικά οράματα και σ' αυτό τον τομέα - με τις "συνήθεις" επώδυνες επιπτώσεις για όσους υφίστανται τις σχετικές αναδιαρθρώσεις.
Βασικό χαρακτηριστικό της νέας πραγματικότητας είναι η εμφάνιση νέων μορφών άσκησης της δικηγορίας, που αποκλίνουν πολύ από το παραδοσιακό μοντέλο του αυτόνομου ελεύθερου επαγγελματία. "Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται πλέον μια σαφής τάση συγκέντρωσης της δικηγορικής ύλης και αναδιανομής της με ολιγοπωλιακούς όρους" μας εξηγεί η δικηγόρος Αντιγόνη Μαυρομάτη. "Η δουλειά συγκεντρώνεται σε σχετικά περιορισμένους αριθμητικά φορείς (ανώνυμες εταιρείες, μεγάλα δικηγορικά γραφεία, κλπ) κι από αυτούς ανατίθεται στη συνέχεια σε ένα μεγάλο κύκλο δικηγόρων. Πρόκειται για φαινόμενο που δεν αποτυπώνεται στις στατιστικές, καθώς τυπικά πρόκειται για ατομικές παραστάσεις των συγκεκριμένων δικηγόρων, αλλά στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με αμοιβές με το κομμάτι · βρισκόμαστε έτσι μπροστά στη δημιουργία άτυπων μορφών απασχόλησης που εξανεμίζουν τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά του κλασικού ελεύθερου επαγγελματία, χωρίς να παρέχουν ταυτόχρονα τη θεσμοθετημένη κοινωνική προστασία που συναντάμε στην "κανονική" μισθωτή εργασία". Ηδη από το 1993 συναντάμε σε συνδικαλιστικά κείμενα του κλάδου αναφορές στο καθεστώς "φασόν" που επικρατεί στο χώρο των ασφαλιστικών εταιρειών. Στο άλλο άκρο της κλίμακας, αναπτύσσεται όλο και περισσότερο η αθέατη δραστηριότητα της προληπτικής δικηγορίας: λιγοστά γραφεία που χειρίζονται υποθέσεις μεγάλων εταιρειών, παρέχοντας συμβουλές και φροντίζοντας έτσι ώστε οι πελάτες τους να έχουν όσο το δυνατόν λιγότερες επιπλοκές με δικαστήρια και τα συναφή. "Ως αποτέλεσμα όλων αυτών των εξελίξεων", καταλήγει η συνομιλήτριά μας, "σήμερα προστατεύονται καλύτερα οι πολύ μεγάλες συγκεντρώσεις χρήματος, ενώ οι λιγότερο εύποροι πολίτες βρίσκονται όλο και περισσότερο αντιμέτωποι με το απαγορευτικά αυξανόμενο κόστος της νομικής προστασίας".
Μια δεύτερη μορφή προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα μπορεί να θεωρηθεί η σαφής τάση ενίσχυσης της μισθωτής εργασίας στο εσωτερικό του κλάδου. Στα μεσαία κλιμάκια, αυτό εκφράζεται με την εντεινόμενη προσφυγή στην κρατική προστασία και το κυνήγι μιας θέσης έμμισθου νομικού συμβούλου στο μείζονα δημόσιο τομέα ή σε κάποιο ΝΠΙΔ· στα τέλη Ιανουαρίου, το ένα πέμπτο των δικηγόρων της Αθήνας (3.142) υπαγόντουσαν σ' αυτή την κατηγορία. Στις νεότερες ηλικιακές ζώνες, το φαινόμενο παίρνει σαφώς λιγότερο γκλαμουριάρικη μορφή. "Πολλοί συνάδελφοι μετατρέπονται σε μισθωτούς, προσφέρουν νομικές ή παρανομικές υπηρεσίες ( κατάθεση δικογράφων, δουλειές σε δημόσιες υπηρεσίες) με όρους εξαθλίωσης είτε σε μεγάλα δικηγορικά γραφεία είτε σε άλλους δικηγόρους" μας λέει ο Δημήτρης Μπελαντής από την Εναλλακτική Παρέμβαση. "Στην ουσία πρόκειται για παράταση της άσκησης με ελάχιστα καλύτερους όρους απασχόλησης. Ετσι κι αλλοιώς, με το υπάρχον καθεστώς ο ασκούμενος μαθαίνει αυστηρά όσο θα του χρησιμεύσουν στο μέλλον στην καριέρα του ως συνεργάτη: πού να καταθέτει αγωγές, σε τι φάκελο να βάζει τα σχετικά, ποιά ένσημα χρειάζονται, πώς θα συνεννοηθεί με τη γραμματεία, κλπ. Συνηθίζει ακόμα στην πειθαρχία του εργοδότη, τη χαμηλή αμοιβή και την απουσία προσωπικής ευθύνης για την υπόθεση". Το ύψος των επίσημα θεσμοθετημένων σχετικών αμοιβών είναι αρκετά ενδεικτικό: το Φεβρουάριο του 1992, ο ΔΣΑ καθόρισε σε 60.000 δρχ το μηνιαίο μισθό του "πράγματι εργαζόμενου ασκούμενου" και σε 80.000 δρχ τις μηνιαίες απολαβές του "δικηγόρου συνεργάτη μερικής απασχόλησης", όπως εύσχημα αποκαλείται η νέα αυτή μορφή εργασιακών σχέσεων.
Ακόμα και στις πιο παραδοσιακές δικηγορικές δραστηριότητες πάντως, οι ίδιες οι υπάρχουσες στατιστικές αφήνουν να διαφανεί μια σαφής πόλωση στην εσωτερική διαστρωμάτωση του κλάδου. Ας πάρουμε λχ τον τομέα των συμβολαίων: 4.973 αθηναίοι δικηγόροι (32,46%) μέσα στο 1995 δεν παρέστησαν σε κανένα απολύτως συμβόλαιο, η συντριπτική πλειοψηφία τους (9.134 ή 59,6%) περιορίστηκε σε 1 έως 10, ένα 7,14% (1.094) κινήθηκε μεταξύ 11 και 30 και μόλις 0,76% (117) τα ξεπέρασε. Ανάλογες διαφοροποιήσεις μπορεί κανείς να επισημάνει μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά τον αριθμό των δικαστηριακών πράξεων: με μέσο όρο 31,27 ανά δικηγόρο, στους άνδρες αντιστοιχούν 37 ενώ στις γυναίκες μόλις 21,7...

Συμβαίνουν και εις Παρισίους

Ας μη βιαστούμε πάντως να αποδώσουμε όλη αυτή τη ρευστότητα στις αρχαϊκές δομές της χώρας μας που, επιτέλους, γίνεται Ευρώπη. Τα ίδια φαινόμενα παρατηρούνται και βορειοδυτικότερα των Βαλκανίων, με μιά ευνόητη μικρή διαφορά φάσης. Αρκετά εύγλωττη επί τούτου είναι η ανάλυση του γαλλικού συνδικάτου των δικαστών για τα τεκταινόμενα στο εκεί δικηγορικό σώμα ("Justice sous influence", Παρίσι 1981,σ.157-8):
"Ο δικηγόρος-βιοτέχνης, όπως ήταν λχ ο Λαμπρουά (ο συνήγορος του Ντρέιφους), έχει φάει πια τα ψωμιά του. Για να συντηρηθούν, τα νέα δικηγορικά γραφεία πρέπει να είναι οικονομικά βιώσιμα, εξ ού και η απαίτηση ενός λόγου στον οποίο κυριαρχεί το κόστος, από τον οποίο προκύπτει πως οι δικηγόροι για να μπορέσουν να υπάρξουν να πρέπει να είναι οικονομικά αποδοτικοί. Για μια ακόμη φορά, η οικονομική λογική συγκρούεται με την ιδεολογία και επικρατεί. (...) Χιλιάδες δικηγόροι βρίσκονται στην ίδια θέση με τους μισθωτούς, δίχως την παραμικρή κοινωνική προστασία. Ο δικηγόρος δεν παίρνει μισθό αλλά αντιμισθία από το "αφεντικό" του (παραδόξως, αυτός είναι ο όρος που χρησιμοποιείται). Καμιά σχέση υποταγής δεν τον συνδέει με το συνάδελφό του · δεσμεύεται ωστόσο, έναντι της αμοιβής του, να του υποβάλλει την εργασία του, να σέβεται τα ωράρια, κόκ. Ωστόσο, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις αφεντικών, δεν υπάρχουν ούτε πληρωμένες άδειες, ούτε άδειες μητρότητας, ούτε αποζημίωση σε περίπτωση απόλυσης, ούτε συμμετοχή του εργοδότη στις ασφαλιστικές εισφορές - γιατί κάθε δικηγόρος, από την ορκωμοσία του και μετά, θεωρείται ότι ασκεί αυτόνομα το επάγγελμά του"...


Συνήγορος και του διαβόλου;

Είναι γνωστό το καλαμπούρι που φτάνει την ταύτιση του δικηγόρου με τον πελάτη του στο σημείο της ταυτοπροσωπίας: "Είμαστε έγκυοι κύριε πρόεδρε." Το πρόβλημα έχει φυσικά και τη σοβαρή του διάσταση. Σε ποιο βαθμό είναι υποχρεωμένος ο δικηγόρος να συμμεριστεί πλήρως τις απόψεις και τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου πελάτη του; Και από την άλλη: πώς μπορεί κάποιος δικηγόρος να υπερασπιστεί μια υπόθεση, αν ο ίδιος δεν είναι πεισμένος ότι ο πελάτης του έχει κάποιο δίκιο με το μέρος του; Το δίλημμα αντιστρέφεται αν εξεταστεί από τη σκοπιά του θεμελιώδους δικαιώματος κάθε κατηγορούμενου να έχει τον υπερασπιστή του. Σύμφωνα μ' αυτό το δικαίωμα που κατοχυρώνεται σε όλες τις συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν μπορεί να δικαστεί ούτε ο δράστης του ειδεχθέστερου εγκλήματος χωρίς υπερασπιστή.
Από την εποχή που πήρε μορφή ο θεσμός του συνηγόρου με τον τρόπο που τον γνωρίζουμε σήμερα - ως νομομαθή εκπρόσωπο του κατηγορούμενου και θεσμοθετημένο παράγοντα της δίκης - το ερώτημα έχει πάρει πολλές μορφές, αλλά στην ουσία παραμένει. Το διατύπωνε με σαφήνεια ο Γ.-Α.Μαγκάκης: "Πώς είναι δυνατόν να είσαι ηθικώς εν τάξει όταν υπερασπίζεσαι κατηγορούμενον τον οποίον και συ ο ίδιος αποδοκιμάζεις ηθικώς; Υπάρχει ηθική δικαίωσις αυτής της στάσεώς σου ή μήπως επιτελείς μόνο εν έργον πρακτικώς χρήσιμον και δι' αυτό ηθικώς επιβεβλημένον, αλλά το οποίον σε αφήνει ηθικώς ακάλυπτον, ούτως ώστε να υφίστασαι αγεφύρωτο εσωτερικόν διχασμόν μεταξύ της ηθικής και της επαγγελματικής σου προσωπικότητας;" (Ποινικά Χρονικά, τ. ΙΕ'). Την απάντηση δίνει σε άλλο του κείμενο ο καθηγητής, χαρακτηρίζοντας την ποινική δίκη "ιδιότυπο φαινόμενο" και τον συνήγορο "παράδοξη κατάκτηση", "μοναδικό κοινωνικό θεσμό που εκφράζει με άμεσο τρόπο την ιδιοτυπία του πολιτισμού μας και την αγωνιώδη προσπάθεια του ανθρώπου να επιτελέσει κατά συνείδηση το φοβερό και για κείνον που κρίνει έργο της απονομής ποινικής δικαιοσύνης". ('Ο συνήγορος', σελ. 88).
Η προβληματική αυτή αφορά, όμως, δυστυχώς μόνο τη θεωρία και τους δικηγόρους εκείνους που επέλεξαν την ποινική δικηγορία επειδή "δίνει τη δυνατότητα να αγνοηθεί κάθε κρατική και κοινωνική σκοπιμότητα και συγκεντρώνει την προσοχή στην προστασία ενός διωκόμενου" (στο ίδιο, σελ. 80). Ο κανόνας είναι διαφορετικός. Το επισημαίνει ο Γ.-Α.Μαγκάκης: "Σίγουρα η πραγματικότητα, όπως τη ζούμε καθημερινά, όχι μόνο απλώς δεν ταιριάζει, αλλά ευθέως αντιστρατεύεται τον χαρακτήρα τόσο της δίκης ως 'θαυμαστού πολιτιστικού επιτεύγματος', όσο και το ρόλο συνήγορου υπεράσπισης 'ως μοναδικού κοινωνικού θεσμού'". (στο ίδιο, σελ. 89).
Οσο για την περίφημη 'ταύτιση' του συνηγόρου με τον κατηγορούμενο, αυτή έχει μάλλον αντίστροφη τάση. Δεν τείνει δηλαδή ο συνήγορος να ταυτιστεί με το πρόσωπο που υπερασπίζεται, αλλά ο κατηγορούμενος προσαρμόζεται με την εικόνα που επιθυμεί να προβάλει ο συνήγορος. Το φαινόμενο περιγράφει με τη γνωστή του ευθύτητα ο Ηλίας Πετρόπουλος: "Ο Κατηγορούμενος, στη διάρκεια της Δίκης, κάθεται στο εδώλιον σαν Παναγία. Ακίνητος, απαντά με λίγα λόγια, φέρεται σεμνά, δίνει διευκρινίσεις με δουλοπρέπεια, παριστάνει τον πικρά μετανιωμένο, κοιτάει στα μάτια τον Δικαστή, ευχαριστεί τον Εισαγγελέα ακόμα κι αν αυτός τον βρίζει, δεν χρησιμοποιεί argot, αμφισβητεί με λεπτότητα τα λόγια των Μαρτύρων Κατηγορίας, γίνεται οπαδός της στωικής φιλοσοφίας, δεν βήχει, δεν εξάπτεται, δεν χαμογελά, σχεδόν δεν ανασαίνει." ('Εγχειρίδιον του καλού κλέφτη', εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1979).
Αυτά, βεβαίως, ισχύουν για τους ανίσχυρους μικροκακοποιούς της ρουτίνας του Αυτόφωρου. Τα πράγματα αλλάζουν στις σπάνιες (αλλά τόσο γνωστές) περιπτώσεις που καλούνται να κάτσουν στο εδώλιο επιφανείς εκπρόσωποι του κόσμου των επιχειρήσεων, της πολιτικής, της τέχνης και του θεάματος. Τότε αναλαμβάνει ο συνήγορος την πλήρη εκπροσώπηση του πελάτη του και αναδεικνύεται ως η πραγματική του φωνή και εικόνα, όχι μόνο στην αίθουσα του δικαστηρίου, αλλά κυρίως μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες. Από τα "παράθυρα" των ειδήσεων και τα έδρανα των τοκ-σόους παρελαύνουν οι πιο γνωστοί ποινικολόγοι με ρυθμούς που μπερδεύουν το φιλοθεάμον κοινό. Τώρα ο Λυκουρέζος μιλάει ως Νάσιουτζικ ή ως Μλάντιτς; Τώρα ο Κούγιας υπερασπίζεται τη Μαργέτη ή τον Τροχανά; Ο Κατσαντώνης μας έπεισε για την αθωότητα του Στηβ Κακέτση ή του Διαμαντίδη; Τα πράγματα παίρνουν ακόμα χειρότερη τροπή επειδή τα ίδια πρόσωπα εναλλάσσονται στους ρόλους υπερασπιστή και αντίδικου. Σε ένα από τα ατέλειωτα επεισόδια Τζούλιας - Βοσκόπουλου θυμήθηκε ο κ. Κούγιας ότι είχε υπερασπιστεί και τον κ. Παπαδημητρίου: "Μα κάποτε είχα και σας πελάτες. Θυμάμαι μια υπόθεση διγαμίας της αδελφής σας, κάποιες πλαστογραφίες, κάτι ακάλυπτες επιταγές..."
Θαμπωμένοι από την τηλεοπτική ευφράδεια των δικηγόρων-σταρ, εντυπωσιασμένοι από την ικανότητά τους να εκθειάζουν την αθωότητα του χειρότερου κακούργου, πεισμένοι από τις στενές σχέσεις που προδήλως διατηρούν με κάθε είδους εξουσία, στρέφονται προς αυτούς και όσοι δεν έχουν την κοινωνική ή οικονομική άνεση που θα τους επέτρεπε την πολυτέλεια. Γνωρίζουν ότι οι καλές σχέσεις ενός δικηγόρου με τον Τράγκα, τον Χαρδαβέλλα ή έστω και την Νταγκουνάκη εξασφαλίζει την ποθούμενη δημοσιότητα πολύ πριν φθάσει η υπόθεση στο ακροατήριο. Τότε πια είναι αργά.
Μήπως γυρίζουμε, μέσω της τηλεόρασης, στη δικηγορική αυθαιρεσία που περιέγραφε ο Τζόναθαν Σουίφτ στα περίφημα Ταξίδια του Γκάλιβερ το 1726; "Αν ο γείτονάς μου θελήσει να βάλει στο χέρι την αγελάδα μου, πληρώνει ένα δικηγόρο για να μου την πάρει. Τότε εγώ πρέπει να προσλάβω έναν άλλο δικηγόρο για να υπερασπιστώ τα δικαιώματά μου, καθώς οι κανόνες της νομικής απαγορεύουν στους διαδίκους να εκπροσωπούν τον εαυτό τους. (...) Εγώ, που είμαι ο ιδιοκτήτης της αγελάδας βρίσκομαι σε πολύ μειονεκτική θέση, γιατί ο δικηγόρος μου, έχοντας θητεύσει σχεδόν από κούνια στην υπεράσπιση του ψεύδους, βρίσκεται τελείως έξω από τα νερά του όταν καλείται να συνηγορήσει για το δίκιο, πράγμα που αποτελεί γι' αυτόν μία παρά φύσιν λειτουργία. (...) Γι' αυτό λοιπόν δεν έχω παρά μονάχα δύο μεθόδους για να κρατήσω την αγελάδα μου. Η πρώτη είναι να προσεταιριστώ το δικηγόρο του αντιπάλου μου, προσφέροντάς του διπλή αμοιβή. Εκείνος τότε θα προδώσει τον πελάτη του, αφήνοντας με υπονοούμενα να φανεί πως έχει το δίκιο με το μέρος του." (μεταφρ. Μίλτου Φραγκόπουλου, εκδ. Υψιλον, Αθήνα 1993, σελ. 298) Η περιγραφή είναι ασφαλώς ειρωνική και υπερβολική. Είναι όμως και τόσο ψεύτικη;


Ο υπερασπιστής και η "Αυτοάμυνα"

Φιλελεύθερος πολιτικός και γνωστός αθηναίος μεγαλοδικηγόρος, ο Χρήστος Λαδάς συνόψισε ίσως όσο κανείς άλλος τις αντιφάσεις που εμπεριέχει ο συνδυασμός της δικανικής υπεράσπισης πολιτικών κρατουμένων με την ενεργό πολιτική δράση στο πλευρό του καθεστώτος. 
* Τον Αύγουστο του 1925 και το Φεβρουάριο του 1926, ήταν ο βασικός συνήγορος υπεράσπισης στη δίκη της ηγεσίας του ΚΚΕ με την κατηγορία της "εσχάτης προδοσίας" για τη θέση του κόμματος στο Μακεδονικό. Σύμφωνα με τους μεταγενέστερους ισχυρισμούς του τότε προσωρινού γραμματέα, Ελευθέριου Σταυρίδη, η επιλογή του Λαδά από την Κ.Ε. υπαγορεύθηκε από την κρισιμότητα των κατηγοριών και το φόβο αποκεφαλισμού του κόμματος: "ανησυχούντες διά την έκβασιν της δίκης αυτής, φοβούμενοι και διά την ζωήν των κατηγορουμένων, εκρίναμεν σκόπιμον να προσθέσωμεν και έναν εκ των αρίστων αστών δικηγόρων, όστις και ανέλαβε την ηγεσίαν της υπερασπίσεως" ( "Τα παρασκήνια του ΚΚΕ", Αθήνα 1953, σ.286). Χάρη κυρίως στην κινητοποίηση οργανώσεων του εξωτερικού, με πρώτη τη "Διεθνή Ενωση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη" του διεθνούς φήμης νομικού Aulard ( με το εγχώριο τμήμα της οποίας ο βασικός υπερασπιστής είχε στενές σχέσεις), η δίκη αναβλήθηκε επ' αόριστον.
* Εικοσιδύο χρόνια αργότερα, ο παλιός υπερασπιστής του ΚΚΕ έχει μεταβληθεί σε βασικό διώκτη του. Ως υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Σοφούλη, ο Χρήστος Λαδάς εισηγείται το Δεκέμβριο του 1947 το ν.509 για την ποινικοποίηση της κομμουνιστικής δραστηριότητας. Το χριστουγεννιάτικο κλίμα των ημερών αντανακλάται παράδοξα στην εισηγητική έκθεσή του: "Καθ'άς στιγμάς οι Ελληνες ητοιμάζοντο να μεταβώσιν εις τας εκκλησίας των διά να εορτάσωσιν την μεγάλην εορτήν, οι αρνηταί της Πατρίδος, της οικογενείας και της θρησκείας εσκέπτοντο το έγκλημα [την ανακήρυξη Προσωρινής Κυβέρνησης] και δεν εδίστασαν να το ολοκληρώσουν. Εις αυτούς απαντά ο Ελληνικός Λαός, έτοιμος εις κάθε θυσίαν..." Η απάντηση των "συμμοριτών" θα έρθει κατά τη διάρκεια της επόμενης μεγάλης γιορτής (τόσο των μεν όσο και των δε): Πρωτομαγιά του 1948 και ταυτόχρονα Μεγάλο Σάββατο, ο Χρήστος Λαδάς εκτελείται με χειροβομβίδα από τον 22χρονο μαχητή της "στενής αυτοάμυνας" του ΔΣΕ Ευστράτιο Μουτσογιάννη καθώς βγαίνει από την εκκλησία του Αγ. Γεωργίου Καρύτση - στο δρόμο που σήμερα φέρει το όνομά του.

(Ελευθεροτυπία, 25/2/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ