ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ - ΚΡΑΤΟΥΣ

Γάμος αλά ελληνικά

1.  /  2.

Ο καθηγητής Γ. Σωτηρέλης απαντά στους ισχυρισμούς του μητροπολίτη Χριστόδουλου

"Ας σεβαστούμε την ευρωπαϊκή πραγματικότητα"


Με έκπληξη διαβάσαμε άρθρο του Μητροπολίτη Δημητριάδος Χριστόδουλου υπέρ της υποχρεωτικής θρησκευτικής εκπαίδευσης στο "Βήμα" (28.5.95), το οποίο για πρώτη φορά επικαλείται τα ευρωπαϊκά δεδομένα για να ενισχύσει την άποψη της Εκκλησίας στο θέμα. Καταλληλότερος να σχολιάσει αυτή τη "στροφή" στην επιχειρηματολογία της Εκκλησίας είναι ο κ. Γιώργος Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου και συγγραφέας της μελέτης "Θρησκεία και εκπαίδευση κατά το Σύνταγμα και την Ευρωπαική Σύμβαση".
"Οποιος παρακολουθεί την αρθρογραφία του Μητροπολίτη, γνωρίζει ότι οι απόψεις του είναι υπερσυντηρητικές και προσκολλημένες στο παρελθόν. Ετσι, ούτε το ύφος της απάντησής του στον καθ. Δ. Τσάτσο -ο οποίος έθεσε με θάρρος το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων στην "Ε" (22.1.95)- αλλά ούτε και οι επί της ουσίας τοποθετήσεις του μου προξένησαν εντύπωση. Μου προκάλεσε όμως κατάπληξη η ανακρίβεια και η προχειρότητα των στοιχείων που παραθέτει για τα ισχύοντα στην Ευρώπη. Ελαφρά τη καρδία και χωρίς απολύτως καμία τεκμηρίωση προσπαθεί να μας αποδείξει ότι το κατηχητικό και υποχρεωτικό πρότυπο θρησκευτικής αγωγής που ισχύει στη χώρα μας είναι λίγο πολύ κανόνας κι ότι εντέλει πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι γιατί αλλού υπάρχει και ευθεία ανάμιξη της Εκκλησίας στη διδασκαλία. Είναι δε παράδοξο ότι τα ευρωπαϊκά πρότυπα, αντί να ξορκίζονται με τρόπο δαιμονολογικό όπως συνέβαινε ως τώρα, αναγορεύονται ξαφνικά σε μέτρα ορθής εκπαιδευτικής πολιτικής. Δυστυχώς όμως για τον κ. Χριστόδουλο αυτό γίνεται με πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας. Κι αναρωτιέται κανείς: Τί από τα δύο συμβαίνει; Δόθηκαν επίτηδες λανθασμένα στοιχεία στο συγγραφέα του άρθρου ή επιλέχθηκε συνειδητά η διαστρέβλωσή τους; Στη μεν πρώτη περίπτωση κάποιοι εξέθεσαν ανεπανόρθωτα τον Μητροπολίτη, ο οποίος μας έχει συνηθίσει σε σοβαρά και τεκμηριωμένα κείμενα. Στην δεύτερη δε περίπτωση την οποία απεύχομαι, η εικόνα που επιχειρείται να περάσει είναι σαφώς παραπλανητική και θυμίζει τη γνωστή ρήση "αν οι απόψεις μας έρχονται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα".
Διότι η πραγματικότητα ως προς το μάθημα των Θρησκευτικών στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ είναι ακριβώς ο αντίποδας της εικόνας που προκύπτει απ' το άρθρο του "Βήματος". Το πρότυπο της υποχρεωτικής και κατηχητικής θρησκευτικής εκπαίδευσης είναι ήδη ξεπερασμένο, με μοναδική εξαίρεση την Ελλάδα και την Ιρλανδία. Στη θέση του έχουν διαμορφωθεί χονδρικά τρία πρότυπα:
α. Το πρώτο είναι το πρότυπο του πλήρους θρησκευτικού αποχρωματισμού της κρατικής εκπαίδευσης που συνδέεται με τον απόλυτο διαχωρισμό Κράτους - Εκκλησίας. Πρόκειται για καθαρά "κοσμική" εκπαίδευση, η οποία ισχύει κατά κύριο λόγο στις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Δεν υπάρχει μάθημα θρησκευτικών ούτε καν προαιρετικό, ενώ απαγορεύεται και κάθε άλλος έμμεσος θρησκευτικός επηρεασμός είτε με τα άλλα μαθήματα, είτε με εκδηλώσεις θρησκευτικού περιεχομένου.
β. Το δεύτερο πρότυπο είναι το θρησκειολογικό, που ισχύει στην Αγγλία, στη Σουηδία και εν μέρει στη Δανία. Το μάθημα είναι μεν υποχρεωτικό αλλά δεν είναι κατηχητικό όπως το ξέρουμε εδώ. Είναι μια ουδέτερη και αντικειμενική παρουσίαση της κάθε θρησκείας με εύλογη ποσοτική έμφαση στο χριστιανισμό, μια και κυριαρχεί, ειδικότερα δε στα δόγματα εκείνα που επικρατούν σε κάθε χώρα.
γ. Το τρίτο, της προαιρετικής εκπαίδευσης, ισχύει με διάφορες παραλλαγές στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ( Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Βέλγιο, Ολλανδία -εν μέρει- Λουξεμβούργο, Γερμανία, Νορβηγία και Αυστρία). Αντίθετα με όσα ισχυρίζεται ο Μητροπολίτης, το μάθημα είναι απολύτως προαιρετικό. Οι γονείς, αλλά και οι ίδιοι οι μαθητές (σε ηλικία 14 - 16 ετών), έχουν τη δυνατότητα να απαλλαγούν από τα "θρησκευτικά", και μάλιστα χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να δηλώσουν ή να δώσουν οποιεσδήποτε εξηγήσεις για τις θρησκευτικές τους απόψεις, πράγμα που συμβαίνει σε μας και αντιτίθεται στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης.
Εξίσου αυθαίρετη είναι και η επίκληση των ρυθμίσεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στο 2ο άρθρο του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου αυτής της Σύμβασης προβλέπεται πράγματι ότι "παν κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ' αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβηται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσι την μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις". Η διάταξη όμως αυτή κάθε άλλο παρά έχει την έννοια που προσπαθεί να της δώσει ο Μητροπολίτης. Σκοπός της διάταξης ήταν η προστασία των παιδιών από κρατικούς επηρεασμούς ως προς τη διαμόρφωση της θρησκευτικής τους συνείδησης. Από την πλούσια νομολογία όχι μόνο δεν προκύπτει οποιαδήποτε υποχρέωση των κρατών - μελών να παρέχουν υποχρεωτικά θρησκευτική εκπαίδευση, όπως θα ήθελε ο κ. Χριστόδουλος, αλλά αντίθετα έχει διακηρυχθεί επανειλημμένα και σε όλους τους τόνους ότι αφενός μεν "το Κράτος κατά την εκπλήρωση των λειτουργιών που έχει επιφορτισθεί σε σχέση με την εκπαίδευση και την διδασκαλία, πρέπει να λαμβάνει μέριμνα ώστε η πληροφόρηση ή η γνώση που περιέχονται στο πρόγραμμα μαθημάτων θα μεταδίδονται κατά τρόπο αντικειμενικό κριτικό και πλουραλιστικό" και αφετέρου ότι απαγορεύεται να επιδιώκει σκοπούς "δογματικού διαποτισμού" των μαθητών.
Από το Σύνταγμά μας και σε συνδυασμό με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ που ισχύουν ως εσωτερικό δίκαιο με αυξημένη ισχύ, νομίζω ότι σαφώς προκύπτει ότι:
1. Το σημερινό μονοφωνικό, κατηχητικό και υποχρεωτικό μοντέλο αποτελεί ένα απομεινάρι του παρελθόντος που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το σύστημα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
2. Η καθαρά "κοσμική" εκπαίδευση επίσης αποκλείεται με βάση το Σύνταγμα.
3. Επιβάλλεται μία ριζική τροποποίηση είτε προς την κατεύθυνση ενός γνήσια προαιρετικού συστήματος χωρίς δηλώσεις πίστεως και άλλους περιορισμούς της θρησκευτικής ελευθερίας, είτε προς μία θρησκειολογική εκπαίδευση, με ιδιαίτερο βάρος στην ορθοδοξία. Είναι ευνόητο ότι το ποσοτικό κριτήριο θα αντιστρέφεται στις περιοχές με μουσουλμανική ή καθολική σύνθεση πληθυσμού.
Στην προοπτική μιάς ευρύτερης συνταγματικής αναθεώρησης, τόσο η όζουσα θεοκρατίας προμετωπίδα του Συντάγματος, όσο και οι διατάξεις των άρθρων 3 και 16.2 θα έπρεπε ούτως ή άλλως να τροποποιηθούν, διότι αποτελούν έρεισμα για συχνές παραβιάσεις και σχετικοποιήσεις της θρησκευτικής ελευθερίας. Και βεβαίως, όταν μιλάμε για τροποποίηση δεν εννοούμε τη μονομερή αυτονόμηση της Εκκλησίας από το Κράτος, αλλά την αμοιβαία απεξάρτηση. Η παρωχημένη νοοτροπία του ελληνοχριστιανισμού και οι σημερινές επιβιώσεις της, το μόνο που κατάφεραν είναι ο ασφυκτικός εναγκαλισμός Κράτους και Εκκλησίας, που γεννά εξαρτήσεις και άκομψες επεμβάσεις ένθεν και ένθεν, χωρίς να βοηθά ούτε το Κράτος, ούτε την Εκκλησία."
 


Δικαίωμα χωρίς μυστήριο

Οι δυσκολίες που συνάντησε η καθιέρωση του πολιτικού γάμου και οι θριαμβολογίες που συνεχίζουν να συνοδεύουν τη διαπίστωση ότι ο θεσμός "δεν έχει πέραση", έχουν να μαρτυρήσουν πολλά για τις κυρίαρχες ακόμη αρχαϊκότητες μιας κοινωνίας που κατά τα άλλα επαίρεται για τα εκσυγχρονιστικά της άλματα.
Οι στατιστικές που αποδεικνύουν ότι ελάχιστα ζευγάρια επιλέγουν τον πολιτικό γάμο έχουν ελάχιστη ερμηνευτική αξία. Ανατροφοδοτούμενη από δημοσιεύματα που βλέπουν κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας, η "αναξιοπιστία" του θεσμού θεωρείται πλέον αδιαμφισβήτητη. Τον πολιτικό γάμο επιλέγουν όλο και λιγότερα ζευγάρια, άσε που τα περισσότερα από αυτά έχουν κάποιο κώλυμα να τελέσουν θρησκευτικό. Από 1033 που ήταν το 1983, οι πολιτικοί γάμοι στην Αθήνα παρουσίασαν φθίνουσα πορεία τα επόμενα χρόνια: μειώθηκαν σε 882 το 1985, σε 552 το 1988 και στην αρχή της δεκαετίας του '90 δεν ξεπερνούσαν τους 330. Το 1992 μόνον ένας στους 11 γάμους υπήρξε πολιτικός, ο οποίος εξάλλου προτιμάται σε "ιδιόμορφες" περιπτώσεις, όπως στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου σε σύνολο 16 γάμων μεταξύ 1989 και 1994 οι 4 ήταν θρησκευτικοί.
Τι σημαίνει, ωστόσο, η πανθομολογούμενη "αποτυχία" του θεσμού; Οι υποστηρικτές του πολιτικού γάμου που ευαγγελίζονται την "αναβάθμισή" του ώστε να συναγωνιστεί αποτελεσματικά τη θρησκευτική τελετουργία μάλλον παρακάμπτουν την ουσία του προβλήματος. Η εκκοσμίκευση του οικογενειακού δικαίου στις αρχές της δεκαετίας του '80 συνάντησε σοβαρές αντιστάσεις από την πλευρά των εκκλησιαστικών παραγόντων και ο νόμος που καθιέρωσε τον πολιτικό γάμο αποτέλεσε προϊόν ενός έκδηλου συμβιβασμού. Ο προαιρετικός χαρακτήρας του βρίσκεται ασφαλώς στον πυρήνα της "αφερεγγυότητάς" του. Και σε καμία περίπτωση οι στατιστικές δεν μειώνουν τη σημασία του -έστω ανάπηρου- θεσμού. Υλοποιώντας τη συνταγματική αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας, ο πολιτικός γάμος αποτελεί ατομικό δικαίωμα που δεν μπορεί να τεθεί σε αμφισβήτηση από τις όποιες προτιμήσεις της πλειοψηφίας.

(Ελευθεροτυπία, 11/6/1995)

 

www.iospress.gr                                          ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ