ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ Ή ΣΥΝΕΝΟΧΗ;

Η δίκη του ρατσισμού αναβάλλεται

1.  /  2.

Ο σύγχρονος ρατσισμός αντιμετωπίζεται μόνο με σύγχρονους τρόπους

Το δίλημμα του ευρωπαίου δικαστή


Οι αντιρατσιστικοί νόμοι αποτελούν σήμερα σημαντικό όπλο των δημοκρατικών καθεστώτων στον αγώνα τους κατά της ρατσιστικής βίας που εμφανίζεται όλο και πιο απειλητική στις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ωστόσο, αν και γενικά αποδεκτή ως εργαλείο απαραίτητο για την προάσπιση των σύγχρονων δημοκρατιών από την επέλαση των ξενόφοβων συμπεριφορών, η νομοθετική ρύθμιση του προβλήματος δεν είναι ενιαία στη σημερινή Ευρώπη. Παρ' όλο που τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη έχουν προ πολλού επικυρώσει τη Διεθνή Σύμβαση της 7ης Μαρτίου 1966, η συμμόρφωση των κατά τόπους νομοθεσιών ακολούθησε ξεχωριστούς δρόμους και διαφορετικές ταχύτητες.
Τα διαθέσιμα στοιχεία συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι οι σύγχρονες μορφές του ρατσισμού εμφανίζονται αρκετά διαφοροποιημένες από τις παλαιότερες. Σε μια κοινωνία σαν τη γαλλική, για παράδειγμα, οι προκαταλήψεις που βασίζονται στα εξωτερικά χαρακτηριστικά όπως το χρώμα έχουν κάπως υποχωρήσει για να δώσουν την πρώτη θέση στην απέχθεια των πολιτισμικών διαφορών, του «ξένου» τρόπου ζωής. Τα διαφοροποιημένα αυτά στοιχεία του σύγχρονου ρατσισμού οφείλουν να αντιμετωπίσουν οι ευρωπαϊκές νομοθεσίες αν θέλουν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά.
Οπως προκύπτει από την ευρωπαϊκή εμπειρία, η νομοθετική αντιμετώπιση που επιλέγεται σε κάθε χώρα συνιστά και τη θεσμική της απάντηση στο δίλημμα των καιρών: Ποια είναι η προσφορότερη αντίδραση στις σύγχρονες μορφές των φυλετικών διακρίσεων; Τρεις ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν ήδη νόμους κατά των διακρίσεων που βασίζονται κατά κύριο λόγο στην αρχή της ισότητας των πολιτών: η Γερμανία, το Βέλγιο και η Γαλλία. Σε κάποιες άλλες (Ολλανδία, Αγγλία), η πάλη κατά των διακρίσεων και του ρατσισμού περνά μέσα από την αναγνώριση των εθνικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων. Είναι προφανές ότι πίσω από τις νομοθετικές αυτές επιλογές κρύβονται δύο διαφορετικές προσεγγίσεις του προβλήματος: η μία προκρίνει την ισότητα των πολιτών παρακάμπτοντας τη θεσμική αναγνώριση των μειονοτήτων. Η δεύτερη προτείνει μια πολιτική εκπροσώπησης και χειραφέτησης των μειονοτήτων που να συνδυάζει τις λεγόμενες θετικές διακρίσεις με την πάλη κατά του ρατσισμού.
Πώς όμως εμφανίζονται τα ζητήματα αυτά στις νομοθεσίες των ευρωπαϊκών κρατών; Το γερμανικό σύνταγμα κατοχυρώνει ότι «κανείς δεν επιτρέπεται να αδικηθεί ή να ευνοηθεί λόγω του φύλου, της καταγωγής, των θρησκευτικών ή πολιτικών του πεποιθήσεων». Το άρθρο 130 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει φυλάκιση τριών έως πέντε ετών για πρόκληση αισθημάτων μίσους, ενώ το άρθρο 133 τιμωρεί την υπεράσπιση της βίας και του φυλετικού μίσους είτε πρόκειται για κείμενα είτε για αφίσες, αγγελίες ή ραδιοφωνικές εκπομπές. Στη Γερμανία, ωστόσο, σε αντίθεση με τη Γαλλία, οι αρχές έχουν συστηματικά εναντιωθεί στην ποινικοποίηση των «εγκλημάτων γνώμης» και συνεχίζουν να διακηρύσσουν την «ελευθερία της ερμηνείας των ιστορικών γεγονότων», αφήνοντας ανενόχλητη τη βιβλιογραφική παραγωγή που εδώ και χρόνια αμφισβητεί την ιστορική ύπαρξη του Ολοκαυτώματος.
Το Βέλγιο επικύρωσε το 1975 τη Διεθνή Σύμβαση του 1966, ωστόσο μόνο ύστερα από έξι χρόνια συζητήσεων, παλινωδιών και συμβιβασμών ψηφίστηκε ο νόμος της 30ής Ιουλίου 1981 κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Ακολουθώντας το γαλλικό πρότυπο, ο βελγικός νόμος ποινικοποιεί τόσο τους λόγους όσο και τις πράξεις που προκαλούν διακρίσεις. Ενώ, όμως, αναφέρεται στη φυλή, το χρώμα και την εθνική καταγωγή των θιγομένων, αγνοεί τις διακρίσεις που βασίζονται στη γλώσσα ή τη θρησκεία. Η βελγική εκδοχή συνιστά πάντως ένα ενδιαφέρον παράδειγμα για τη μικρή αποτελεσματικότητα που μπορεί να έχει ένα άτολμο κείμενο αρχών, το οποίο ψηφίζεται ύστερα από έντονες πολιτικές διαμάχες και σφραγίζεται από την προσπάθεια να ικανοποιηθούν όλες οι πλευρές. Ο στενός ορισμός της έννοιας «διάκριση» και οι χαμηλές ποινές μαρτυρούν πολλά για τις συνθήκες ψήφισης του νόμου. Κυρίως, όμως, αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα μιας διχασμένης κοινωνίας που φοβάται την αναζωπύρωση των δικών της εθνικών ανταγωνισμών.
Διαφορετική εμφανίζεται η νομοθετική αντιμετώπιση του ρατσισμού στην Αγγλία και την Ολλανδία, χώρες στις οποίες η επίλυση των σχετικών προβλημάτων περνούν μέσα από μια γενικότερη αντίληψη περί δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Με τη διαφορά ότι στην Αγγλία επικρατεί η λογική του σεβασμού των ξεχωριστών εθνοτικών ομάδων και των διαφυλετικών σχέσεων, ενώ στην Ολλανδία οι νομοθετικές ρυθμίσεις επιδιώκουν τη μείωση των ανισοτήτων και τη διευκόλυνση της πολιτικής και κοινωνικής χειραφέτησης των μειονοτήτων. Αν και εξοπλισμένη με δύο αντιρατσιστικούς νόμους (του 1976 για τις διαφυλετικές σχέσεις και του 1986 περί δημοσίας τάξεως), η Αγγλία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με προβλήματα που προκύπτουν από τον αυτοπροσδιορισμό της ως «πολυεθνοτικής κοινωνίας», καθώς ο θεσμοποιημένος κοινωνικός κατακερματισμός δεν είναι πάντοτε προς όφελος των μειονεκτούντων. Από την πλευρά της, η Ολλανδία έχει επιλέξει έναν διπλό τρόπο άμυνας στο ρατσισμό που συνδυάζει την ποινική δίωξη των ρατσιστικών συμπεριφορών με τις «θετικές διακρίσεις» υπέρ των μειονοτικών ομάδων. Καθώς οι σχετικές ρυθμίσεις είναι πρόσφατες, η ολλανδική εμπειρία δεν έχει ακόμη δώσει την απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον είναι δυνατόν να καταπολεμηθούν δραστικά οι «κακές» διακρίσεις την ώρα που υιοθετούνται κάποιες άλλες «καλές» διακρίσεις υπέρ συγκεκριμένων τμημάτων του πληθυσμού.


Οι απολογητές του ναζισμού εκτός νόμου

Το γαλλικό νομοθετικό οπλοστάσιο κατά του ρατσισμού, παρά την κριτική που δέχεται ως προς την ανεπάρκειά του σε ζητήματα που άπτονται των ανισοτήτων της καθημερινής κυρίως ζωής, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα της Ευρώπης. Από το 1971 που η Γαλλία επικύρωσε, συμπληρώνοντάς την, τη Διεθνή Σύμβαση του 1966, οι εξελίξεις στο νομοθετικό πεδίο υπήρξαν ραγδαίες. Ακολούθησε ο αντιρατσιστικός νόμος της 1ης Ιουλίου 1972, ο οποίος χρησίμευσε ως βάση του νομοθετικού σώματος που συγκροτήθηκε τα επόμενα χρόνια. Ενας νεότερος νόμος (2 Αυγούστου 1989) που ρυθμίζει την είσοδο και την παραμονή των ξένων στη Γαλλία, εισάγεται ως εξής: «Η Γαλλική Δημοκρατία από την ανακήρυξή της διατράνωσε την πίστη της στις αρχές της φιλοξενίας και της ανοχής. Κατά συνέπεια, απαγορεύει και καταδικάζει το ρατσισμό, τον αντισημιτισμό και την ξενοφοβία». Και έπεται πλήρης κατάλογος των ρατσιστικών συμπεριφορών που κρίνονται παράνομες. Πιο πρόσφατα, στις 13 Ιουλίου 1990, πέρασε με πρόταση των κομμουνιστών νόμος που, θυμίζοντας επαναστατική διακήρυξη, εισάγει για πρώτη φορά την αρχή της πλήρους απαγόρευσης του ρατσισμού, του αντισημιτισμού και της ξενοφοβίας.
Από τις πολλές διατάξεις των αντιρατσιστικών νόμων ορισμένες έχουν προκαλέσει μεγάλη συζήτηση στη Γαλλία. Από τις πλέον αμφιλεγόμενες είναι εκείνη που απαγορεύει στους καταδικασμένους για ρατσιστική συμπεριφορά να θέτουν υποψηφιότητα στις εκλογές επί μία πενταετία. Κάποια άλλη που περιλαμβανόταν στο νόμο περί Τύπου και προέβλεπε την καταδίκη κάθε απολογητή των ρατσιστικών εγκλημάτων πολέμου αποτέλεσε επίσης σημείο κριτικής. Μολαταύτα, κινούμενος στην ίδια λογική, ο νόμος της 13ης Ιουλίου 1990 ποινικοποίησε την «αναθεώρηση» της ιστορίας, την άποψη δηλαδή που υποστηρίζει ότι το Ολοκαύτωμα αποτελεί αποκύημα της εβραϊκής φαντασίας.

(Ελευθεροτυπία, 28/5/1995)

 

www.iospress.gr                                          ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ