ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟ ΑΙΡΕΣΗ

Πίσω έχει ο άντρας την ουρά

1.  /  2.

Ο ΑΚΗΡΥΚΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Παλινδρομήσεις

Η πρόσφατη αμφισβήτηση των δικαιωμάτων των γυναικών αποτελεί ήδη αντικείμενο ανάλυσης. Στο κείμενο που ακολουθεί, η Susan Faludi, αμερικανίδα δημοσιογράφος της "Wall Street Journal", βραβείο Πούλιτζερ 1991, επιχειρεί να ερμηνεύσει το φαινόμενο στην αμερικανική κοινωνία.

"Η αντεπίθεση που υφίστανται σήμερα οι γυναικείες κατακτήσεις είναι ταυτόχρονα εξεζητημένη και κοινότοπη, απατηλά "προοδευτική" και περήφανα οπισθοδρομική. Καταφεύγει τόσο στα "νέα" ευρήματα της "επιστημονικής έρευνας" όσο και στη συναισθηματική ηθικολογία του χθες. Τούτη η αντεπίθεση έχει κατορθώσει να εγκλωβίσει στη δική της γλώσσα την όλη υπόθεση των γυναικείων δικαιωμάτων (...)και να πείσει τον κόσμο ότι η "απελευθέρωση" των γυναικών υπήρξε πραγματική σύγχρονη μάστιγα, πηγή ενός ατελείωτου καταλόγου από προβλήματα προσωπικά, κοινωνικά και οικονομικά.
Εκείνο ωστόσο που έκανε δυστυχείς τις γυναίκες κατά την τελευταία δεκαετία δεν είναι η "ισότητά" τους - την οποία εξάλλου δεν απέκτησαν ακόμη- αλλά η αυξανόμενη πίεση να σταματήσει, ή και να αντιστραφεί, η διεκδίκηση αυτής της ισότητας από τις γυναίκες. Το τίμημα της απελευθέρωσης δεν είναι η "λειψανδρία" και η "επιδημία στειρότητας" που στην πραγματικότητα δεν ισχύουν. Αυτές οι φαντασιοκοπίες είναι απλώς τα εργαλεία που σμιλεύουν μια παλινδρόμηση που περιλαμβάνει ολόκληρη την κοινωνία. Είναι μέρος μιας διαρκούς διαδικασίας φθοράς που χρησίμευσε να ανακινηθούν οι ιδιωτικές αγωνίες των γυναικών και να καμφθεί η πολιτική τους βούληση. Ο χαρακτηρισμός του φεμινισμού ως εχθρού των γυναικών εξυπηρετεί απλώς του στόχους της αντεπίθεσης κατά της ισότητας των γυναικών, ενώ την ίδια στιγμή αποσπά την προσοχή από τον κεντρικό ρόλο της αντεπίθεσης και στρατολογεί γυναίκες για να πολεμήσουν κατά της ίδιας τους της υπόθεσης.
Ορισμένοι κοινωνικοί αναλυτές θέτουν το ερώτημα κατά πόσον οι πιέσεις που υφίστανται σήμερα οι γυναίκες συνιστούν πράγματι μιαν αντεπίθεση, ή μήπως πρόκειται για τη συνέχιση της μακρόχρονης αντίδρασης των δυτικών κοινωνιών προς τα δικαιώματα των γυναικών. Είναι βέβαιο ότι υπήρξε πάντοτε μια εχθρότητα προς τη γυναικεία ανεξαρτησία. Μπορεί όμως ο φόβος και η απέχθεια προς το φεμινισμό να συνιστούν στον πολιτισμό μας ένα είδος χρόνιας ίωσης, αλλά η ασθένεια δεν βρίσκεται συνεχώς σε έξαρση: τα συμπτώματά της υποχωρούν και επανεμφανίζονται κατά περιόδους. Και είναι οι στιγμές ακριβώς της επανεμφάνισης, όπως αυτή που αντιμετωπίζουμε σήμερα, που μπορούν να ονομαστούν "αντεπιθέσεις" προς το προχώρημα των γυναικών. Αν ανιχνεύσουμε τις περιοδικές αυτές εξάρσεις στην ιστορία, θα διαπιστώσουμε ότι δεν είναι ποτέ τυχαίες: προκλήθηκαν πάντοτε από την αντίληψη -πραγματική ή πλασματική- ότι οι γυναίκες προχωρούν με εντυπωσιακά βήματα. Κι αυτές οι εκρήξεις συνιστούν αντεπιθέσεις γιατί προκύπτουν ως αντίδραση στην "πρόοδο" των γυναικών και δεν προκαλούνται από απλό μισογυνισμό, αλλά από τις συγκεκριμένες απόπειρες των σύγχρονων γυναικών να βελτιώσουν τις συνθήκες της ζωής τους, απόπειρες που εκλαμβάνονται διαρκώς από τους άνδρες ως κινήσεις που απεργάζονται τη δική τους ανδρική καταδίκη.
Ο πιο πρόσφατος γύρος της αντεπίθεσης εντοπίζεται για πρώτη φορά προς το τέλος της δεκαετίας του '70 σε κύκλους περιθωριακούς της δεξιάς ευαγγελικής σέκτας. Στις αρχές όμως του '80, η φονταμενταλιστική αυτή ιδεολογία κατόρθωσε να φθάσει στην κυβέρνηση, ενώ στα μέσα της δεκαετίας, όταν η αντίσταση στα δικαιώματα των γυναικών απέκτησε πολιτική και κοινωνική αποδοχή, διαδόθηκε στη μαζική κουλτούρα. Σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, η διαδικασία αυτή συνέπεσε με σημάδια που υποδήλωναν ότι οι γυναίκες βρίσκονται δήθεν στο κατώφλι μιας τομής.
Κάθε φορά που η απαίτηση των γυναικών για ίσα δικαιώματα έμοιαζε πολύ κοντά στην εκπλήρωση των στόχων της, η αντεπίθεση φρόντιζε να τη ματαιώσει. Μόλις εμφανίστηκε ένα "χάσμα φύλων" στις αμερικανικές εκλογές του '80 και οι γυναίκες άρχισαν να συζητούν πώς θα μπορούσαν να το εκμεταλλευθούν, οι Ρεπουμπλικάνοι ανέδειξαν τον Ρόναλντ Ρίγκαν, ενώ και τα δύο πολιτικά κόμματα άρχισαν να ξεφορτώνονται τα γυναικεία δικαιώματα από τα προγράμματά τους. Μόλις η υποστήριξη του φεμινισμού και της Τροπολογίας για Ισα Δικαιώματα έφθασε στο υψηλότερο σημείο της το 1981, η τροπολογία απορρίφθηκε τον αμέσως επόμενο χρόνο. Μόλις οι γυναίκες κινητοποιήθηκαν κατά της κακοποίησης και των σεξουαλικών επιθέσεων, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανέστειλε την επιδότηση προγραμμάτων για κακοποιημένες γυναίκες, απέρριψε νομοσχέδια για τη χρηματοδότηση καταφυγίων και έκλεισε την Υπηρεσία Οικογενειακής Βίας, δύο μόλις χρόνια μετά την ίδρυσή του το 1979. Μόλις ένας μεγάλος αριθμός νεαρών γυναικών φάνηκε να στηρίζει τους φεμινιστικούς στόχους στα μέσα της δεκαετίας του '80, και μόλις οι περισσότερες γυναίκες άρχισαν να αυτοαποκαλούνται φεμινίστριες, τα μέσα ενημέρωσης έσπευσαν αμέσως να διακηρύξουν ότι ο φεμινισμός υπήρξε μόδα της περασμένης δεκαετίας και ότι ο "μεταφεμινισμός" είναι η σημερινή επιταγή.
Με άλλα λόγια, η αντιφεμινιστική αντεπίθεση δεν προκλήθηκε από την επίτευξη της πλήρους ισότητας, αλλά από την αύξηση της πιθότητας ότι οι γυναίκες ενδέχεται να την κατακτήσουν. (...) "Η αντεπίθεση μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι οι γυναίκες είχαν κάποιο αποτέλεσμα" έγραψε κάπου η φεμινίστρια ψυχολόγος Τζιν Μπέικερ Μίλερ. "Αλλά οι αντεπιθέσεις συμβαίνουν όταν οι πρόοδοι είναι μικρές, προτού οι αλλαγές επηρεάσουν πολύ κόσμο... Λες και οι επικεφαλής των αντεπιθέσεων αυτών χρησιμοποιούν ως φόβητρο το φόβο της αλλαγής προτού ακριβώς πραγματοποιηθεί κάποια σοβαρή αλλαγή". (Από το βιβλίο της Susan Faludi, "Backlash", σ. 12-14).
 

(Ελευθεροτυπία, 16/4/1995)

 

www.iospress.gr                                          ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ