ΤΕΧΝΗΤΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ

Η γονιμότητα στη διατίμηση

1.  /  2.


 

ΕΝΝΙΑΜΗΝΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ

Ενοικιάζονται μητέρες

Το πλέγμα των προβλημάτων -ιατρικών, ηθικών, δικαιικών κ.λπ.- που συνδέονται με τις σύγχρονες τεχνολογίες της αναπαραγωγής συμπυκνώνεται με τον πλέον εύγλωττο τρόπο στην περίπτωση της "δανεικής μήτρας", στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία μια γυναίκα αναλαμβάνει να γεννήσει το παιδί ενός άτεκνου ζευγαριού. Η εκδοχή αυτή των νέων τεχνολογιών αναπαραγωγής προκάλεσε διεθνώς αντιδράσεις που δεν έχουν ακόμη κοπάσει, καθώς η μία μετά την άλλη οι νομοθεσίες καλούνται να απαντήσουν σε ένα ερώτημα που πριν από λίγα ακόμη χρόνια θα έμοιαζε αποκύημα γόνιμης φαντασίας και όχι απτή πραγματικότητα: σε ποιον ανήκει το παιδί που έχει γεννηθεί με μιαν ιδιότυπη εμπορική συναλλαγή, σύμφωνα με την οποία μια γυναίκα δέχεται να φέρει στον κόσμο ένα παιδί μέσω τεχνητής γονιμοποίησης με το σπέρμα ενός άνδρα, στον οποίον βάσει συμβολαίου οφείλει να το παραδώσει αμέσως μετά τον τοκετό; Και τι γίνεται, όταν η "δανεική μήτρα" θελήσει να παραβεί τους ρητούς όρους του συμβολαίου της και ζητήσει να κρατήσει το παιδί που της παραγγέλθηκε;
Η προσφυγή σε μια "νοικιασμένη" γυναίκα προκειμένου ένας άντρας να αποκτήσει το πολυπόθητο παιδί που δεν μπορεί να κυοφορήσει η νόμιμη σύζυγός του έχει δώσει έδαφος στις πιο αντιφατικές προσεγγίσεις. Για πολλούς, στους οποίους πρέπει να περιλάβουμε και τα περισσότερα φεμινιστικά ρεύματα, η θεσμική κατοχύρωση της δυνατότητας να δανείζει μια γυναίκα τη μήτρα της συνιστά νομιμοποίηση της αναπαραγωγικής πορνείας, μεταφορά στην πραγματικότητα της ζοφερής εικόνας που προφήτευσε η Μάργκαρετ Ατγουντ στο μυθιστόρημά της "Η ιστορία της πορφυρής δούλης": η (άτεκνη) νόμιμη σύζυγος παριστάνει ότι γεννά την ώρα που η γυναίκα- σκλάβα φέρνει στον κόσμο το παιδί του συζύγου. Δεν είναι όμως λίγοι και εκείνοι που θεωρούν υπερβολική όλη τη σχετική φιλολογία. Σύμφωνα μάλιστα με μια (μειοψηφική) φεμινιστική κριτική της όλης συζήτησης, αν το πρόβλημα είναι η εκμετάλλευση του γυναικείου σώματος, τότε οι "δανεικές μήτρες" δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση τη χειρότερη εκδοχή αυτής της εκμετάλλευσης. Κατά την άποψη αυτή, εκατοντάδες χιλιάδες πόρνες πουλάνε καθημερινά το σώμα τους σε συνθήκες δουλείας και βασανιστηρίων, χωρίς καν δικό τους οικονομικό όφελος. Οι "νοικιασμένες μήτρες", αντίθετα, είναι μόλις μερικές εκατοντάδες, η εκμετάλλευσή τους διαρκεί μόνον εννέα μήνες, είναι σαφώς εθελοντική και το κέρδος είναι δικό τους.
Η συζήτηση γύρω από τα προβλήματα που προκύπτουν από τη διάδοση του θεσμού των "νοικιασμένων" γυναικών πυροδοτήθηκε από την άνθηση που γνώρισε το σχετικό εμπόριο προς το τέλος της δεκαετίας του '80. Οπως συμβαίνει συνήθως, μια χαρακτηριστική ιστορία που είδε τότε το φως της δημοσιότητας έμελλε να φέρει αντιμέτωπη την κοινή γνώμη της εποχής με το καινοφανές πρόβλημα: Το 1987, η άρνηση μιας "νοικιασμένης μητέρας" να τηρήσει τους όρους του συμβολαίου της και η εμμονή της να διεκδικήσει δικαστικά το παιδί που είχε γεννήσει επρόκειτο να απασχολήσει επί μήνες τα πρωτοσέλιδα όλου του κόσμου. Η υπόθεση που έγινε γνωστή ως "μπέιμπι Μ." από το αρχικό γράμμα του ονόματος του πολυσυζητημένου μωρού (Μελίσα), δεν υπήρξε μοναδική. Την ίδια εποχή, αλλά και αργότερα, αρκετές γυναίκες αρνήθηκαν να παραδώσουν το μωρό που τους είχε παραγγελθεί.
Για να επιστρέψουμε στην "μπέιμπι Μ.": Η όλη υπόθεση ξεκίνησε το 1985 στο Ντιτρόιτ, στο γραφείο του αμερικανού δικηγόρου Νόελ Κιν, όπου ζευγάρια που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδί μέσω μιας "δανεικής μήτρας" συναντούν κοπέλες πρόθυμες να νοικιάσουν τις αναπαραγωγικές τους ικανότητες. Στο γραφείο αυτό έγινε η γνωριμία του ζεύγους Στερν με την 26χρονη Μαίρη Μπεθ Γουάιτχεντ, παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών, και κλείστηκε η ιδιόρρυθμη συμφωνία τους. Καθώς η κυρία Στερν υπέφερε από μία μορφή σκλήρυνσης κατά πλάκας και φοβόταν επιδείνωση της υγείας της από μια ενδεχόμενη εγκυμοσύνη, η Μαίρη Μπεθ αναλάμβανε να υποβληθεί σε τεχνητή γονιμοποίηση με το σπέρμα του κυρίου Στερν, να κυοφορήσει το παιδί του σύμφωνα με τους όρους ενός αυστηρού συμβολαίου και να το παραδώσει στο ζεύγος Στερν αμέσως μετά τον τοκετό. Οπως όριζε το συμβόλαιο, η Μαίρη Μπεθ Γουάιτχεντ επρόκειτο να λάβει το ποσό των 10.000 δολαρίων μόλις παρέδιδε το παιδί στον πατέρα του, ενώ σε περίπτωση αποβολής πριν από τον πέμπτο μήνα δεν είχε δικαίωμα να διεκδικήσει αποζημίωση.
Το συμβόλαιο τηρήθηκε κατά γράμμα από τη νεαρή αμερικανίδα, με μία μόνο διαφορά. Από τη στιγμή που το νεογέννητο παραδόθηκε στους Στερν, η Μαίρη Μπεθ Γουάιτχεντ έκανε τα πάντα για να της το επιστρέψουν. Απειλώντας ότι θα αυτοκτονήσει και θα σκοτώσει και την "μπέιμπι Μ.", εξασφάλισε να της δώσουν το μωρό για λίγες ημέρες και τότε με το απήγαγε και το έκρυψε στο σπίτι των γονιών της στη Φλόριδα. Το παιδάκι ήταν ήδη τεσσάρων μηνών, όταν το εντόπισαν οι ιδιωτικοί αστυνομικοί που είχε προσλάβει το ζεύγος Στερν. Το δικαστήριο που ακολούθησε διήρκεσε 32 ημέρες, κατά τις οποίες και οι δύο πλευρές έβαλαν τα δυνατά τους να αποδείξουν ότι το δίκιο ήταν με το μέρος τους: η Μαίρη Μπεθ πρόβαλε τη μητρική της αγάπη, ο κύριος Στερν το πατρικό του φίλτρο και την καλή οικονομική του κατάσταση, γεγονός που κατά τη γνώμη του εξασφάλιζε στο παιδί ένα ανέφελο μέλλον.
Η απόφαση του δικαστή Σόρκοου σύμφωνα με την οποία κάθε γυναίκα μπορεί να διαθέτει όπως θέλει τη μήτρα της, όπως κάθε άντρας μπορεί να πουλάει το σπέρμα του, υποχρέωσε τη Μαίρη Μπεθ Γουάιτχεντ να τηρήσει ένα συμβόλαιο που είχε συνάψει νομίμως. Ξεσήκωσε, ωστόσο, θύελλα διαμαρτυριών από εκείνους που θεωρούν ότι "υπάρχουν όρια στα εμπορεύματα που μπορούν να διακινούνται ελεύθερα στην αγορά", κατά τη διατύπωση του καθηγητή του Οικογενειακού Δικαίου Λάρι Πάλμερ. Πιο κοντά στην αντίληψη που είχε εκφράσει η φεμινίστρια Μπέτι Φρίνταν, ότι δηλαδή ο δικαστής Σόρκοου επέδειξε μια "τρομακτική περιφρόνηση στα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών", ένα δεύτερο δικαστήριο θα αποφάσιζε αργότερα ότι η Μαίρη Μπεθ Γουάιτχεντ έχει δικαίωμα να βλέπει κατά καιρούς τη Μελίσα που στο μεταξύ έχει γίνει εννέα ετών.


(ΚΤΗΝ)ΙΑΤΡΙΚΗ

Παιδάκια γάλακτος

"Τα διαθέσιμα τεχνικά μέσα για την τροποποίηση του τεκνοποιητικού πεπρωμένου ενός στείρου ατόμου προέρχονται εξολοκλήρου από τις προόδους της ζωοτεχνίας. Η μεταφορά του σπέρματος και η εξωσωματική γονιμοποίηση δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να αναπαράγουν με καθυστέρηση λίγων δεκαετιών τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στην κτηνοτροφία. Πρέπει να προσθέσουμε ότι η συστηματική αποφυγή των ερωτημάτων που καθένας θα ήταν δικαιολογημένος να υποβάλει, προσδίδει μια κάπως κτηνιατρική διάσταση στη χρήση αυτών των μεθόδων από τα ζευγάρια που έχουν δυσκολίες. Στον πόλεμο κατά της στειρότητας όλα τα μέσα είναι νόμιμα." Οι διαπιστώσεις ανήκουν στον ψυχαναλυτή Jean-Claude Emperaire και υιοθετούνται από τον Michel Tort στην μελέτη "Le desir froid", όπου επισημαίνεται η συνάφεια των ανθρώπινων εφαρμογών αναπαραγωγής με τις κτηνιατρικές μεθόδους.
Αυτό αποκαλύπτεται καθαρά σε ορισμένες τεχνικές, έστω και αν δεν διεκδικούνται πάντοτε με τον προκλητικό τρόπο που διαλέγει ο Jacques Testart: "Πριν από δεκαπέντε χρόνια προκαλούσα βίαιη εγκυμοσύνη σε δύστροπα θηλυκά βοοειδή, χρησιμοποιώντας έναν καταπέλτη, ο οποίος προωθούσε στη μήτρα των καημένων ζώων έμβρυα." Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στις γενικές επιστημολογικές προϋποθέσεις του πειραματισμού κατά το πέρασμα από το ζώο στον άνθρωπο. Το πρόβλημα έγκειται μάλλον στην τάση που διαφαίνεται σ' αυτές τις πρακτικές να αναχθεί η γυναικεία αναπαραγωγή και σεξουαλικότητα σε δραστηριότητες μιας αγελάδας ή μιας κουνέλας.
Πολύ πριν καταστεί κατά παράδοξο τρόπο αντικείμενο διεκδίκησης από ορισμένες γυναίκες ως λύση στο πρόβλημα της στειρότητας, η "φέρουσα μητρότητα" είναι πρώτα απ' όλα προέκταση μιας επιτυχίας του INRA (Ινστιτούτου Αγρονομικών Ερευνών), της εμφύτευσης εμβρύων στα βοοειδή:
"Ο σκοπός είναι να παραχθούν πολλά ωάρια από μια αγελάδα υψηλής γενετικής ποιότητας, γονιμοποιημένη με το σπέρμα ενός επιλεγμένου ταύρου. Μόλις αναπτυχθούν πολλά έμβρυα (μετά από λίγες μέρες), συλλέγονται μέσω πλύσης της μήτρας. Δε μένει παρά να τα διαμοιράσουμε στις μήτρες πολλών άλλων αγελάδων, απλής ποιότητας, οι οποίες παίζουν το ρόλο των "φορέων" μέχρι τη γέννηση των μοσχαριών υψηλής ποιότητας. Για ιατρικούς λόγους, η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται ήδη στο ανθρώπινο είδος." (Jacques Testart "De l' eprouvette au bebe- spectacle")
Η πρόσφατη εξέλιξη μιας τεχνικής για τη διάκριση των φύλων στα ζώα επιτρέπει πλέον την εφαρμογή της μεθόδου στους ανθρώπους. Μπορούμε να πούμε ότι οι εντυπωσιακές αναφορές των μέσων μαζικής ενημέρωσης γύρω απ' αυτά τα ζητήματα δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να σημαδεύουν τη συγκρότηση ενός καινούριου παγκόσμιου οικονομικού τομέα, του τομέα της επιστήμης και της τεχνολογίας της αναπαραγωγής. Είναι απολύτως δικαιολογημένοι όσοι αναρωτιώνται για τους προσανατολισμούς της έρευνας σ' αυτό τον τομέα, όπως ο Laurence Gavarini. "Πόσο άραγε μετρούν μέσα στην ανάπτυξη των επιστημών της αναπαραγωγής οι ατομικές επιθυμίες των στείρων ατόμων, που εκφράζονται στη σιωπή και τη μυστικότητα της ιατρικής κλινικής, σε σύγκριση με την κοινωνική επιταγή του πανίσχυρου αγροτοκτηνοτροφικού τομέα; Αυτή η επιταγή που εκφράζεται σήμερα από δημόσιους οργανισμούς κρατικούς (υπουργείο Γεωργίας) και διεθνείς (Ευρωπαϊκή Ενωση) αποδεικνύεται εξίσου πιεστική με την "ανθρώπινη οδύνη" (που συνδέεται με τη στειρότητα) και πολύ πιο απαιτητική. Ωθεί την έρευνα και τους μελετητές οργανισμών όπως το INRA όλο και πιο μακριά, εφόσον διέπεται από καθαρά οικονομική λογική. Δεν απασχολούν κανέναν εδώ συλλογισμοί ηθικοί. Απ' τη στιγμή που μιλάμε για αγελάδες και γουρούνες, ο οικονομικός υπολογισμός παρουσιάζεται γυμνός και απροκάλυπτος, νομιμοποιώντας a priori κάθε επιστημονική πρόοδο. Ορισμένοι ερευνητές, εντυπωσιασμένοι από όσα διαδραματίζονται πίσω από τα επιστημονικά εργαστήρια, και ειδικότερα στον τομέα της εντατικής κτηνοτροφίας, τα στιγμάτισαν με την έκφραση 'η μεγάλη σφαγή'".

Για ιατρικούς λόγους; Το κεντρικό ερώτημα βρίσκεται ακριβώς σ' αυτό το σημείο, στη σχέση δηλαδή ανάμεσα στην αναγκαιότητα να αντιμετωπιστεί η απουσία ή η δυσπλασία της μήτρας με τη μεταφορά των εμβρύων απ' τη μια μεριά και την επέκταση του μοντέλου των βοοειδών στη γυναίκα. Πού τελειώνει η κτηνιατρική μέθοδος και πού αρχίζει η ιατρική; Το ερώτημα τίθεται ιδιαίτερα όταν μιλάμε για πλύση της μήτρας. Ο Rene Frydman εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει την πρακτική αυτή:
"Πριν τη γέννηση της Αμαντίν, ο Jacques Testart και εγώ σκεφθήκαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη μέθοδο που είναι τόσο συνηθισμένη για τα βοοειδή. Μετά από κάποιους πειραματισμούς με καθετήρες ξεκινήσαμε τη δουλειά. Ακολουθώντας την επιθυμία δύο αδελφών, εκ των οποίων η μία ήταν στείρα, εμφυτεύσαμε στην γόνιμη το σπέρμα του γαμπρού της. Η πρώτη πλύση δεν μας απέδωσε γονιμοποιημένο ωάριο. Ούτε και η δεύτερη. Εκείνη τη στιγμή το βλέμμα μου διασταυρώθηκε με το βλέμμα της δότριας και είδα το φόβο, την αγωνία, μήπως μείνει έγκυος από τον γαμπρό της. Και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα μπορούσε να κρατήσει το παιδί; Η μήπως θάπρεπε να κάνει έκτρωση σε ένα παιδί που τόσο πολύ θα τόθελε η αδελφή της; Αυτή η ανταλλαγή των σιωπηλών βλεμμάτων δεν κράτησε παραπάνω από ένα κλάσμα δευτερολέπτου, όμως το διάστημα ήταν αρκετό για να αποφασίσω την άμεση διακοπή αυτής της κτηνιατρικής μεθόδου."


(Ελευθεροτυπία, 19/3/1995)

 

www.iospress.gr                                          ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ