ΡΗΤΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Με το βότσαλο στο στόμα

1.  /  2.

ΔΙΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

Καλήν εσπέραν πρόεδροι!


Το προεδρικό αξίωμα έχει τη ρητορική του. Για να τη μελετήσουμε επιλέξαμε τα πρώτα -μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους- πρωτοχρονιάτικα διαγγέλματα τριών προέδρων Δημοκρατίας της μεταπολιτευτικής περιόδου: του Κ. Τσάτσου, του Κ. Καραμανλή και του Χρ. Σαρτζετάκη. Είναι σε όλους οικείο το παραινετικό ύφος αυτών των καθιερωμένων μηνυμάτων και σχεδόν αναμενόμενο το περιεχόμενό τους. Θυμίζει λίγο τα κλασικά, άφθαρτα στο χρόνο, θέματα των σχολικών εκθέσεων, στα οποία ο επιμελής μαθητής οφείλει να καθαρογράψει τα γενικώς παραδεκτά και προφανή επιχειρήματα για να διεκδικήσει έναν ικανοποιητικό βαθμό. Ακόμα πιο έντονα ίσως, μας φέρνει στο νου τους επετειακούς λόγους του γυμνασιάρχη μας.
Τα νοήματα που οι πρόεδροι επιθυμούν να περάσουν στο λαό δεν είναι βεβαίως πολύπλοκα ούτε πρωτότυπα. Και οι τρεις, παρά τις φραστικές τους διαφοροποιήσεις και την χρονική απόσταση που χωρίζει τα διαγγέλματά τους, επιμένουν στις ίδιες ιδέες, ακολουθώντας μάλιστα και την ίδια δομή:
1. Υποδοχή του νέου χρόνου. Απολογισμός και μέλλον:
"Η μέρα αυτή φέρνει την ανάκαμψη των συνειδήσεων με την, από μιαν υψηλότερη κορυφή, με λιγότερο πάθος και περισσότερη δικαιοσύνη, θεώρηση των όσων έγιναν και όσων μπορούν και πρέπει να γίνουν...", μας λέει ο ποιητικότερος Κ. Τσάτσος την παραμονή του 1977. Αυστηρότερος ο λόγος του Κ. Καραμανλή το ξημέρωμα του 1981: "με την ευκαιρία του καινούργιου χρόνου που διαδέχεται σε λίγο τον παλιό, απευθύνω προς όλους σας εγκάρδιες ευχές (...) Τις ευχές όμως αυτές οφείλω ιδιαίτερα εφέτος να τις συνοδεύσω και με ορισμένες παραινέσεις, που μπορούν, αν συνειδητοποιηθούν, να μεταβάλουν τις ευχές αυτές σε πραγματικότητα". Το 1986 έρχεται η φιλοσοφική ρητορεία του Χρ. Σαρτζετάκη: "Κάθε χρονική ενότητα δίνει με το πέρασμά της το έναυσμα προς περίσκεψη με αντικείμενο τον απολογισμό του παρελθόντος και τον προγραμματισμό συγχρόνως του μέλλοντος (...) Στο κατώφλι του νέου έτους, έχουμε χρέος να ατενίσουμε το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε και να αρθρώσουμε τις φιλοδοξίες μας για το μέλλον".
2. Αναφορά στα χαρίσματα και στο "ανάδελφον" του έθνους:
"Μόνη (η πατρίδα μας), χωρίς ομογενή έθνη, κατά την ύλη μικρή, αλλά μεγάλη κατά την ψυχή, συνεχίζει ως σήμερα τη δύσκολη πορεία της επί τρεις σχεδόν χιλιετηρίδες, ανάμεσα σε γιγαντιαίες και συχνά και επίβουλες δυνάμεις, στηριζόμενη (...) στην ηθική της δύναμη, στην επίμονη θέλησή της να προσφέρει τη δική της άξια προσφορά στο ανθρώπινο γένος" (Κ. Τσάτσος, στο ίδιο). "Μετά το 1922 και το δραματικό τέλος της Μεγάλης Ιδέας, ο λαός μας βρέθηκε χωρίς μακροπρόθεσμες επιδιώξεις και χωρίς εθνικούς οραματισμούς. Απομονωμένος φυλετικά (...) Οι δυσχέρειες που μαζί με όλο τον κόσμο αντιμετωπίζομε κι εμείς, αποτελούν πρόκληση για την εθνική μας φιλοτιμία και τις προσωπικές μας αρετές" (Κ. Καραμανλής). "Ο Ελληνικός λαός στο σύνολό του έδειξε σε όλη τους την ενάργεια τις πολύτιμες εκείνες αρετές, που είναι σύμφυτες με τον χαρακτήρα του, την ηπιότητα και την ψυχική ευγένεια και την πραότητα στη συμπεριφορά του (...) Εχουμε βέβαια πλήρη επίγνωση, ότι αποτελούμε μια μικρή μόνο χώρα. Και όμως κάνουμε σε όλους αισθητή την παρουσία μας" (Χρ. Σαρτζετάκης).
3. Πολύπλευρη κρίση και ανάγκη για κοινωνική γαλήνη αλλά και νέες θυσίες:
"Ο ελληνικός λαός μπορεί να είναι υπερήφανος ότι δεν παραστράτησε, παρασυρμένος από παρορμήσεις (...) αλλά κράτησε, αν όχι στους λόγους, πάντως στην πράξη, ισότροπα την πορεία του, ήρεμος, υπερήφανος και ωπλισμένος με την υπομονή, που οι βραδυπορούσες πάντα στα διεθνή θέματα εξελίξεις επιβάλλουν. Παράλληλα, με αυταπάρνηση δέχτηκε να υποβληθή σε θυσίες σκληρές (...) Αν η διαφύλαξη αυτών που έχομε είναι το πρώτο, όμως δεν είναι το μόνο που χρειάζεται ένας λαός, προωρισμένος να ανεβαίνη αδιάκοπα, σκαλί-σκαλί, τον τραχύ δρόμο προς μιά πάντα μεγαλύτερη υλική και πνευματική ανθοφορία" (Κ. Τσάτσος). Ο Κ. Καραμανλής στην ίδια ιδέα πάντοτε αλλά πιό ευθύς : "Ολόκληρος ο κόσμος, και ιδιαίτερα η Ευρώπη, διέρχεται βαθειά και πολύμορφη κρίση. Για να αντιμετωπίσουμε την κρίση αυτή, θα χρειαστεί να υποβληθούμε σε ορισμένες θυσίες (...) θα χρειαστεί σύμπνοια και κοινωνική γαλήνη. Γιατί οι πολιτικές οξύτητες και οι κοινωνικές αναταραχές οδηγούν κατά κανόνα σε οδυνηρές περιπέτειες. Δεν είναι δυνατόν να λύσομε τα προβλήματά μας με εκδηλώσεις αναρχικές και απεργιακές κινητοποιήσεις...". Ο σχολαστικότερος Χρ. Σαρτζετάκης σχετικοποιεί την κατάσταση χωρίς να απομακρύνεται από την άποψη των προκατόχων του: "ένα βλέμμα έξω από τη χώρα μας θα μας δίδασκε ότι οικονομικές δυσκολίες δεν είναι φαινόμενο αποκλειστικά ελληνικό, αφού πάμπολλες χώρες, Ανατολής και Δύσεως, ακόμη και με υψηλότερη από τη δική μας στάθμη βιομηχανικής και οικονομικής εν γένει αναπτύξεως και παραγωγικότητας, αντιμετωπίζουν δυσχέρειες πολύ οξύτερες από τις ιδικές μας (...) Με συνειδητοποίηση, λοιπόν, αυτών των αναμφισβήτητων αληθειών και υπό την προϋπόθεση βέβαια, ότι όλοι μας θα εντείνουμε τις δυνάμεις μας και θα εργασθούμε καλλίτερα, συστηματικότερα και εντατικότερα για να αυξήσουμε την παραγωγικότητα μας, πράγμα που αναμφίβολα μπορούμε να επιτύχουμε, δικαιολογείται κάθε αισιοδοξία...".
Αν στις παραπάνω ενότητες προστεθεί και η απαραίτητη (και επίσης απαράλλαχτη) περί "εθνικών θεμάτων" επωδός, έχετε μια σχεδόν πλήρη εικόνα της ρητορικής των προεδρικών διαγγελμάτων τα οποία, χωρίς καμιά περιπαιχτική διάθεση, θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν στο από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους δασκαλίστικο σλόγκαν: "Οταν και όποτε οι έλληνες είναι μονιασμένοι, μεγαλουργούν". Ως τότε, καλούνται να δουλεύουν περισσότερο και κυρίως αγόγγυστα.


Ο Καραμανλής ρήτορας

"Λόγος πυκνός και φιλάργυρος σε εκφραστικούς τρόπους. (...) Λόγος χωρίς διανθίσματα, χωρίς σχήματα λόγου φανταχτερά. Λόγος λιτός, πυκνός, με μια αυστηρή λογική δομή, με συνειρμό που δεν σπάει πουθενά και συνιστά μιαν ενότητα στον τόνο και μια πληρότητα στην παρουσίαση των θεμάτων": Σκιαγραφώντας τον Κ. Καραμανλή ως ρήτορα στο βιβλίο του "Ο άγνωστος Καραμανλής" (1984), ο Κ. Τσάτσος επέλεγε να κινηθεί στους αντίποδες του καραμανλικού προτύπου. Δεν επρόκειτο δηλαδή να φανεί καθόλου φειδωλός στην έκφραση του θαυμασμού του για μια ρητορεία "αλαμπή, αλλά βαριά και δυνατή" που όταν πρωτοεμφανίστηκε κατόρθωσε κατά τη γνώμη του να αντιπαρατεθεί με επιτυχία στην τρέχουσα ρητορική τέχνη της εποχής, τη "διανθισμένη με λαμπερά σχήματα λόγου, την εύκολα προσιτή, τη λαγαρή" που τότε ενσάρκωνε ο Γεώργιος Παπανδρέου.
Δεν περιορίστηκε, ωστόσο, ο Κ. Τσάτσος να υπογραμμίσει ότι ο λόγος του Καραμανλή αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματικότερος από ό,τι ευελπιστούσαν οι αντίπαλοί του και λάτρεις της παπανδρεϊκής ρητορείας. Στο ίδιο βιβλίο προχωρεί σε μια αποτίμηση του καραμανλικού λόγου που σχετίζεται βέβαια με την άποψή του περί καραμανλικής πράξης: "Η ωραιολογία του Καραμανλή ταυτίζεται με την ουσιαστικότητα. Οι λόγοι του Καραμανλή δεν είναι λόγοι, είναι πράξεις. (...) Δεν ενδιαφέρεται να συγκινήση, να αναρριπήση πάθη, να εμπνεύση ενθουσιασμούς, αλλά να φρονηματίση. (...) Το αποτέλεσμα από αυτήν την μη καλολογική ομιλία είναι τελικά και αισθητικά αξιόλογο. Και αυτό οφείλεται πρώτα στην καθαρότητα της όλης δομής του λόγου, στην έλλειψη κενών στον ειρμό των σκέψεων, στην αφαίρεση όχι μόνο του περιττού, αλλά και του δευτερεύοντος, και στην ουσιαστικότητα".
Δεν σταματά εδώ το εγκώμιο στο λόγο του Κ. Καραμανλή. Ακολουθεί η κατάταξη του καραμανλικού λόγου στη νεοελληνική λογοτεχνία: "Εξετάζοντας ως κριτικός του ρητορικού λόγου, δηλαδή καθαρά λογοτεχνικά, τους λόγους του Καραμανλή, ακριβώς για τη δωρική δομή τους, θα τους χαρακτήριζα ως αξιόλογα λογοτεχνικά κείμενα, αν και έγιναν χωρίς να έχη την πρόθεση ο ίδιος να πλάση λογοτεχνικά έργα".


1914

Τα πολυβόλα της παλιάς Βουλής

Η ακατάσχετη πολυλογία και, κυρίως, ο ταχύτατος ρυθμός εκφοράς του λόγου πολλών πατέρων του έθνους προξένησε κατά καιρούς σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία του ελληνικού κοινοβουλίου. Προτού εγκατασταθούν τα σωτήρια μικρόφωνα, οι ασκήσεις ευγλωττίας των βουλευτών στην περίφημη για την κακή ακουστική της αίθουσα της Παλαιάς Βουλής μετατρέπονταν συχνά σε ένα ναρκισσιστικό παραλήρημα που ελάχιστοι ήσαν σε θέση να παρακολουθήσουν. Καθώς μάλιστα ο ρήτορας απευθυνόταν πότε στη μία και πότε στην άλλη πλευρά της αίθουσας, η κάθε πτέρυγα της βουλής είχε τη δυνατότητα να τον ακούει μόνον κατά διαστήματα. Η κατάσταση γινόταν απελπιστική, όταν ο ομιλητής παρασυρόταν από τη ρητορική του δεινότητα και έχανε την επαφή με το περιβάλλον: οι συνάδελφοί του βυθίζονταν σε μια γλυκιά νάρκη, οι δημοσιογράφοι από τα θεωρεία τους ταλαιπωρούνταν να σημειώσουν έστω και κατά προσέγγιση τα λεγόμενα, οι στενογράφοι αναγκάζονταν να παραδώσουν κείμενα γεμάτα τρύπες...
Από νωρίς το σώμα ασχολήθηκε με την ασυνεννοησία που επικρατούσε συχνά στην αίθουσα της βουλής. Ηδη ο κανονισμός που καθιερώθηκε το 1909 προέβλεπε έλεγχο της απεραντολογίας και περιορισμό κάθε ομιλίας σε συγκεκριμένα χρονικά όρια. Οταν μάλιστα προτάθηκε το 1914 να μειωθούν οι ταλαίπωροι πρακτικογράφοι της βουλής, πολλοί βουλευτές χρησιμοποίησαν την ευκαιρία για να στηλιτεύσουν ολόκληρη την αλυσίδα των υπευθύνων: τους συναδέλφους τους που πολυλογούσαν, τους δημοσιογράφους που έγραφαν άλλα αντ' άλλων, τους στενογράφους που εμφάνιζαν κείμενα χωρίς νόημα.
Μεταξύ των ομιλητών που ξεχώρισαν στη συνεδρίαση αυτή είναι ασφαλώς ο μετέπειτα πρωθυπουργός Δ. Γούναρης (ο βουλευτής Αχαϊας και Ηλιδος που αναφέρεται στο κείμενο που ακολουθεί) και ο κατά καιρούς υπουργός Ναυτικών Ν. Στράτος, οι δύο πολιτικοί από τους έξι που επρόκειτο να εκτελεστούν το 1922 ως υπεύθυνοι για τη μικρασιατική τραγωδία. Στην αγόρευσή του του 1914 που παραθέτουμε στη συνέχεια, ο Ν. Στράτος, γνωστός για την απέχθειά του προς τα ρητορικά σχήματα πάσης φύσεως, επιτίθεται (και) στους πολυλογάδες συναδέλφους του:

«Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αν θέλωμεν να έχωμεν εστενογραφημένα Πρακτικά και αποτύπωσιν ακριβή των λόγων των Βουλευτών, ως και ο αξιότιμος Βουλευτής εξ Αχαίας και Ηλιδος είπε και ο κ. Πρόεδρος της Βουλής απεδέχθη, είναι ανάγκη της συγχρόνου υπηρεσίας δύο τουλάχιστον στενογράφων. Επίσης εν πάσαις ταις Βουλαίς η υπηρεσία η στενογραφική εν τη αιθούση ποικίλλει από δύο λεπτών μέχρι επτά λεπτών της ώρας η ανωτάτη υπηρεσία είναι η επτάλεπτος, η δε κατωτάτη είναι δίλεπτος. Μεταξύ 2,3 και 5λεπτών ποικίλλει η εργασία εν ταις πλείσταις των Βουλών. Ας έχωμεν υπόψη, Κύριοι, ότι δεν έχομεν μόνον Κοινοβούλιον το οποίον στερείται .τελείως ακουστικής, αλλ' ότι η Ελλάς ευμοιρεί και Βουλευτών οίτινες λόγω της ιδιοσυγκρασίας της εθνικής, της μεσημβρινής, είναι και νευρικώτεροι και ταχυλογώτεροι των άλλων αν δε μία υπηρεσία στενογραφική επτάλεπτος εν Βουλή Βουλγαρική ή Ρουμανική ή Γερμανική είναι τυραννική, υπηρεσία δεκάλεπτος εν τη Ελληνική Βουλή είναι κάτι τι εξόχως καταθλιπτικόν. Και το καταθλιπτικόν αυτό δεν είναι μόνον δια τους υπηρετούντος εν τη Βουλή στενογράφους, αλλ' η κατάθλιψις έρχεται κατόπιν ως ποινή εις τους αγορεύοντας, διότι ο αγορεύων, ως έχει το καθεστώς της μετοχετεύσεως εις την δημόσιον γνώμην των λεγομένων, υφίσταται δύο ποινάς.
Πρώτη ποινή είναι η διόρθωσις των λόγων, ποινή όχι μόνον εκείνων οίτινες θα υποστώσι το ατύχημα να διαφύγη το έρκος των οδόντων των λάθος τι ή σπανίως και ανοησία, αλλά και εκείνων οι οποίοι θα έχωσι και την μεγαλυτέραν των επιτυχιών, διότι ακριβώς κατά την ώραν την επιτυχίας και της ορμής της γλώσσης ο στενογράφος παύει να είναι ο πιστός συνεργάτης του αγορεύοντος και καθίσταται εχθρός αδυσώπητος αυτού, διότι είναι αδύνατον να παρακολούθηση αυτόν ακριβώς.
Υπάρχει δε ο κίνδυνος δι' εκείνους οι οποίοι εν ορμή επιθέσεως ή αμύνης εκφέρουσι λόγους οι οποίοι προυξένησαν εντύπωσιν καλήν, αλλά τους οποίους δεν δύνανται να ενθυμηθώσιν ακριβώς και όταν παραδίδηται αυτοίς η αγόρευσις την επαύριον, πολύ δε περισσότερον όταν παραδίδηται μετά τέσσαρας ή πέντε ημέρας. Και είναι τούτο μία ποινή του αγορεύοντος, ν' ασχολήται εις το να πλάση φράσεις, τας οποίας δεν είναι δυνατόν να ενθυμηθή ως τας είπεν. Ετέρα ποινή είναι ότι, ως έχουσι τα του δημοσιογραφικού γραφείου, το οποίον είναι αδύνατον να παρακολούθηση, αλλά και ως έχουσι τα της αντιλήψεως της δημοσίας γνώμης, δεν μετοχετεύονται την επαύριον πιστώς ούτε αι αγορεύσεις ούτε η έννοια των επιχειρημάτων του αγορεύοντος. Κύριοι, μη διστάζωμεν να ομολογήσωμεν ότι αι αντιλήψεις του Κοινού από μακράς σειράς ετών έχουσι διαστραφή. Αλλοτε το Κοινόν ενησμενίζετο ν' αναγινώσκη άρθρα μακρά. Οσον μακρύτερα ήσαν, τόσον ευκολώτερα και ασμενέστερα τα ανεγίνωσκε. Και ανεγίνωσκε τα Πρακτικά της Βουλής προσπαθούν ν' ανεύρη επιχειρήματα και συζητήσεις. Σήμερον το Κοινόν αρέσκεται ν' αναγινώσκη αναγνώσματα. Περιορίζεται εις ανάγνωσιν μικρών άρθρων. Αρθρον υπερβαίνον την στήλην ή τα 3/4 της στήλης είναι βαρύ δια τον οτόμαχον του Κοινού, και το παρακολουθεί ευχερέστερον εν τη αποτυπώσει των εφημερίδων τα επεισόδια, τας διακοπάς και όχι τα επιχειρήματα. Αυτό είναι διεστραμμένη αισθητική».
(«Αι αγορεύσεις του Ελληνικού Κοινοβουλίου, 1909-1956», τ. Γ, εκδ. «Εθνικός Κήρυξ»,σ. 319)

 


(Ελευθεροτυπία, 5/3/1995)

 

www.iospress.gr                                          ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ