ΨΕΥΔΩΝΥΜΑ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ

Απόκριες στο ληξιαρχείο

1.  /  2.

Στις Βρυξέλλες είσαι όποιος δηλώσεις

Τον Σεπτέμβρη του 1993 ο αυτοκράτορας της Ιαπωνίας Ακιχίτο έκανε επίσημη επίσκεψη στο Βέλγιο. Η γνωστή εφημερίδα Le Soir φιλοξένησε στη σελίδα αλληλογραφίας δυο επιστολές γραμμένες από γιαπωνέζους που κατοικούν στις Βρυξέλλες με θερμές ευχαριστίες για την υποδοχή που επιφύλαξαν οι αρχές στον υψηλό επισκέπτη. Ο πρώτος επιστολογράφος, ο SSO' TUTTA 'N TAJO, έγραφε ότι "για μας τους 'γιαπωνέζους του Βελγίου' η επίσκεψη του αυτοκράτορα υπήρξε μια ευκαιρία να γίνουμε περισσότερο γνωστοί σε μια χώρα τόσο μακρινή κι αλλιώτικη απ' τη δική μας, στην οποία όμως αισθανόμαστε σα στο σπίτι μας". Πρόσθετε μάλιστα και μια εθνική παροιμία απ' τον ιαπωνικό βορρά: "Ο ταξιδιώτης που υποδέχεσαι σπίτι σου, θα πάρει πάντοτε κάτι από σένα εκεί που θα πάει." Ο δεύτερος αναγνώστης, ο MIPRUDE LAFIKA παραπονιόταν ότι "όταν σκέφτεται κανείς την Ιαπωνία, στο μυαλό του έρχονται μόνο τα αυτοκίνητα, και ξεχνάει ότι η Ιαπωνία είναι μια χώρα με αρχαία παράδοση. Η Ευρώπη μας αντιμετωπίζει πάντοτε ανταγωνιστικά και δεν φαντάζεται ότι αυτό που ζητάμε κι εμείς -όπως κι εκείνη- είναι η πρόοδος του ανθρώπου στο σύνολό του". Η εφημερίδα πρόβαλε τις δυο επιστολές κάτω απ' τον τίτλο "Η επίσκεψη του αυτοκράτορα και της αυτοκράτειρας της Ιαπωνίας στο Βέλγιο ευχαρίστησε τους γιαπωνέζους που κατοικούν εδώ" και τις συνόδευσε με κατάλληλη φωτογραφία του Ακιχίτo. Οσοι αναγνώστες της Soir γνωρίζουν ιταλικά ακόμα γελάνε. Το επίθετο του πρώτου "γιαπωνέζου" διαβάζεται σε ιταλική διάλεκτο "Είμαι γεμάτη τρύπες" (Sono tutta un taglio), και του δεύτερου "Με τρώει το μουνί μου" (Mi prude la fica).
Φυσικά δεν επρόκειτο για σύμπτωση. Πίσω κι από τις δύο επιστολές κρύβεται το ίδιο πρόσωπο, ένας ιταλός υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ο οποίος ζει πολλά χρόνια στις Βρυξέλλες και γνωρίζει καλά τόσο τη νοοτροπία των ξένων κατοίκων της ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, όσο και τις προτιμήσεις των βέλγικων εφημερίδων. Από το 1991 μέχρι σήμερα έχει κάνει την εμφάνισή του στις στήλες της Soir με ποικίλα ψευδώνυμα από όλα τα μέρη του κόσμου. Η κατασκευή ψεύτικων ονομάτων που ηχούν παράξενα σε διάφορες γλώσσες είναι ένα συνηθισμένο αστείο που το γνωρίζουμε και στην Ελλάδα από την ηλικία του δημοτικού. Ο ισπανός Λεκάνες Χιμένες και οι γιαπωνέζοι Γιαταμπάζα και Καφασάκι Μεμούρα είναι γνωστοί ανά το πανελλήνιον. Στην περίπτωση όμως του ιταλού επιστολογράφου έχει συντελεσθεί και το δεύτερο βήμα. Εχει πάρει σάρκα και οστά ο ψευδώνυμος αλλοεθνής και απευθύνεται με κάθε σοβαρότητα στους βέλγους αναγνώστες.
Το εντυπωσιακότερο στοιχείο είναι το πλήθος των επιστολών που κατόρθωσε να περάσει στις στήλες της Soir ο συστηματικός ιταλός. Εκμεταλλευόμενος την αντιζηλία των βέλγων με τους γάλλους πέτυχε να δημοσιεύσει στο ίδιο φύλλο τη μαρτυρία ενός "γιαπωνέζου", του YO GODOTU SUDA και μιας "ισπανίδας", της ESPERANZA DE ESCOPAR, με καλά λόγια για τη φιλοξενία και την ανεκτικότητα της βέλγικης κοινωνίας σε σύγκριση με τη γαλλική. Πού να πάρει χαμπάρι η εφημερίδα ότι το πρώτο όνομα σημαίνει στα ιταλικά "Εγώ χύνω, εσύ ιδρώνεις" (Io goto tu sudi), και το δεύτερο "Ελπίδα για γαμήσι" (Speranza di scopare).
Στο ρεπερτόριο του επιστολογράφου περιλαμβάνονται δυο αφρικανοί που πραγματεύονται την επίσκεψη του Πάπα στο Ζαϊρ και σχολιάζουν την πτώση των δικτατορικών καθεστώτων, ο MAZZA KEIGO ("Τι ωραίο παλικάρι", Μazza che figo) και ο VAFFA 'N BRODO ("Αει γαμήσου"). Οσο για την MARIA DOLORES DE FINCA Y DE PANZA ("Πόνοι στο μουνί και την κοιλιά") αυτή υπερασπίζεται τους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο ALI AL HO BENDUR ("Τον έχω πολύ σκληρό", Li l' ho ben duro) σχολιάζει τις ειρηνευτικές συνομιλίες Ισραήλ-Παλαιστινίων, και ο SOCMEL BEN-IN-PUNTA ("Ρούφα τον καλά στο κεφάλι", Succhiamelo bene in punta) εγκρίνει τον βομβαρδισμό της Βαγδάτης από τις ΗΠΑ. Ο SBREGA MILANO ("Σπάσε μου τον κώλο", Sbregami l' ano) χαιρετίζει την παρουσία βέλγου στρατηγού στην ηγεσία των δυνάμεων του ΟΗΕ στην πρώην Γιουγκοσλαβία και η FIGHINA SEMINOVA ("Ημικαινούρια μουνίτσα") υπερασπίζεται με πάθος την ομοσπονδιακή δομή του Βελγίου. Τον κατάλογο κλείνει η ελληνίδα MIKA THELADOGRATHIS ("Δεν στον δίνω ούτε τσάμπα", Mica te la do gratis)...
Επειδή κάποιοι ειρωνεύτηκαν την Soir που αδυνατεί να κλείσει τις στήλες της στον μυστηριώδη επιστολογράφο, αυτός βάλθηκε να αποδείξει ότι το ίδιο μπορούν να πάθουν οι εφημερίδες όλου του κόσμου. Tον Μάρτιο του 1994 οι Financial Times δημοσίευαν επιστολή του κ. MANKO PEKKULO, μέλους υποτίθεται της φιλανδικής επιτροπής στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Την επομένη, η έγκυρη εφημερίδα διόρθωνε το λάθος της. Είχε καταλάβει ότι ο κύριος "Ούτε για πλάκα" (Manko per il culo), δεν είχε σχέση με Φιλανδό... Το ίδιο βράδυ, ο ιταλός επιστολογράφος έπινε στην υγεία των Financial Times τη σαμπάνια που κέρδισε από το στοίχημα ότι "θα τα καταφέρει και μ' αυτούς".
Απ' ό,τι μαθαίνουμε, τη δόξα του ιταλού "ευρωκράτη" έχει ζηλέψει έλληνας συνάδελφός του με αξιόλογες επιδόσεις στη μίμηση γλωσσικού ύφους. Η διαφορά είναι ότι στο στόχαστρο του νέου ψευδώνυμου επιστολογράφου βρίσκονται οι ελληνικές εφημερίδες, οι οποίες ήδη αρχίζουν να βομβαρδίζονται από γράμματα και fax ποικίλου περιεχομένου και με "περίεργους" αποστολείς. Συντάκτες ύλης γρηγορείτε!



Οι υπογραφές στον εισαγγελέα

"Το ψευδώνυμο έχει την ίδια νομική σημασία και την ίδια νομική προστασία, που έχει και το πραγματικό όνομα του ανθρώπου. Γι' αυτό και η υπογραφή, που αποτελείται από το πραγματικό όνομα, μπορεί να αποτελείται και από το ψευδώνυμο", συμπέραινε στη Νέα Εστία (Οκτ. 1979) ο Νικ. Γ. Σταθάτος. Και πράγματι ο μεταγενέστερος νόμος 2121/1993, "περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων", στα άρθρα 10 και 11 αποδίδει όλα τα δικαιώματα του δημιουργού και στους ψευδωνυμογράφους "εφόσον το ψευδώνυμο δεν αφήνει αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του προσώπου". Αλλά το άρθρο 415 του Ποινικού Κώδικα τιμωρεί την αυθαίρετη μεταβολή του ονόματος και επίσης αποτελεί αυτονόητο νομικό περιορισμό, ότι το ψευδώνυμο δεν πρέπει να προσβάλλει με κανένα τρόπο το πραγματικό όνομα άλλου ή το ψευδώνυμό του ( 58 Αστ. Κώδ.).
Επομένως η επιλογή του ψευδωνύμου και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται, μπορεί να ανήκει κατ' αρχήν στην σφαίρα των "δικαιωμάτων επί της ιδίας προσωπικότητος" -δηλαδή αποτελεί αδιαπραγμάτευτο διακαίωμά μας-, στην συνέχεια όμως και ανάλογα με την χρήση του μπορεί να συγκρουστεί με τα δικαιώματα εκδήλωσης της προσωπικότητας κάποιων (ακόμα και άγνωστων) συνωνύμων ατόμων. Ο καθένας μπορεί να υποθέσει ποιού μεγέθους νομικό πόλεμο μπορεί να υποστεί ένας ο οποίος -έστω και χάριν παιδιάς- εκδώσει μια δική του ποιητική συλλογή υπογεγραμμένη π.χ με το ψευδώνυμο του νομπελίστα κ. Αλεπουδέλη.


ΒΑΛΡΑΦ

Στο πετσί του ψευδώνυμου

Εχουμε συνηθίσει σε ένα είδος δημοσιογραφίας (τηλεοπτικής αλλά όχι μόνο) όπου ο δημοσιογράφος εισβάλλει με ολόκληρο συνεργείο από συνεργάτες, βοηθούς, κάμεραμεν, οδηγούς μέσα στον απροστάτευτο χώρο ενός ανίσχυρου πολίτη, ο οποίος έτυχε να είναι θείος ή μπατζανάκης κάποιου τον οποίο το κανάλι ή η εφημερίδα υποπτεύεται ότι έχει κάνει κάποια αξιόποινη ή απλώς "ενδιαφέρουσα" πράξη. Κοντεύουμε σχεδόν να ξεχάσουμε ότι δημοσιογραφία σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: Ο ρεπόρτερ εισχωρεί μόνος και αδύναμος στο χώρο των "ισχυρών" και διακινδυνεύει τα πάντα προκειμένου να βγάλει όχι την "είδηση", αλλά την κρυμμένη πραγματικότητα. Ενας απ' τους τελευταίους ρεπόρτερ μ' αυτή την έννοια του όρου είναι ο γερμανός Γκίντερ Βάλραφ.
Γνωστός στην Ελλάδα από την περίοδο της δικτατορίας ο Βάλραφ δεν είχε αρκεστεί να κρίνει εποικοδομητικά ή ειρωνικά το καθεστώς των συνταγματαρχών. Μετά την έρευνα που πραγματοποίησε στις ελληνικές φυλακές και τους τόπους εξορίας, είχε τολμήσει να αλυσσοδεθεί στην πλατεία Συντάγματος και να μοιράζει αντιχουντικές προκηρύξεις. Η πιο κλασική όμως μέθοδος που εφάρμοζε για να συγκεντρώσει στοιχεία γύρω από τις υποθέσεις που τον απασχολούσαν ήταν να ζει ο ίδιος ένα διάστημα τη ζωή όσων ερευνούσε. Εγινε έτσι κατά διαστήματα υπάλληλος σε βιομηχανίες, γκαρσόνι, υπάλληλος σε αλυσίδα καταστημάτων fast food, τούρκος μετανάστης, ακόμα και στέλεχος εφημερίδας, μόνο και μόνο για να περιγράψει από πρώτο χέρι τον τρόπο λειτουργίας και τις μεθόδους των μεγάλων επιχειρήσεων και του κράτους. Σ' όλες αυτές τις προσπάθειές του, ο Βάλραφ δεν χρειάστηκε παρά ελάχιστες μεταμφιέσεις. Χρησιμοποίησε όμως πάντα ψευδώνυμο, εφόσον η φήμη του άρχισε σιγά σιγά να απλώνεται στη Γερμανία και η μέθοδός του να τρομάζει όσους έχουν λόγο να τρομάξουν.
Η επιτυχία των δημοσιογραφικών μεταμορφώσεων του Βάλραφ είναι γνωστή. Κάποιες ήταν πιο απλές και έμοιαζαν με φάρσες. Οπως τότε που με το όνομα Μίκαελ Κόλχαας φρόντισε να προσληφθεί ως πορτιέρης μιας μεγάλης φίρμας (G.F.K.) και θέλησε να φάει στο χώρο όπου έτρωγαν και οι διευθυντές. Μετά από την πρώτη έκπληξη, τον έδιωξαν με τις κλωτσιές απ' το απαγορευμένο σημείο. Πολύ δυσκολότερη και
πιο επικίνδυνη υπήρξε ασφαλώς η περιπλάνησή του στον "πάτο" του γερμανικού βιομηχανικού προλεταριάτου. Ως τούρκος Αλί γνώρισε τις πιο κακοπληρωμένες, βρώμικες, παράνομες και ανθυγιεινές εργασίες σε πολλές περιοχές της Γερμανίας. Η εμπειρία του καταγράφηκε σε βιβλίο που έχει κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα ("Στο περιθώριο", εκδόσεις Στάχυ). Η πιο αποκαλυπτική, όμως, αποστολή του, και ίσως εκείνη που προκάλεσε τη μεγαλύτερη αντίδραση των θιγέντων είναι η "επιχείρηση Bild".
Στις αρχές του 1977 παρουσιάστηκε στα γραφεία της Bild ως Χανς Εσερ και ζήτησε δουλειά. Προσελήφθη αμέσως και γρήγορα κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ανωτέρων του. Εζησε για αρκετούς μήνες ως συντάκτης αυτής της εφημερίδας που συγκεντρώνει τα χειρότερα στοιχεία των "λαϊκών φύλλων": πλαστογράφηση ή και κατασκευή της είδησης, συκοφάντηση προσώπων, αποσιώπηση διαψεύσεων κλπ. Το
φθινόπωρο του ίδιου χρόνου κυκλοφόρησε σε βιβλίο η εμπειρία του Βάλραφ. Για πρώτη φορά αποκαλύπτονταν οι μέθοδοι και οι μηχανισμοί παραγωγής των παραπλανητικών ρεπορτάζ από τον ίδιο τον δράστη. Από τα συγγραφικά δικαιώματα του βιβλίου, ο Βάλραφ ίδρυσε ένα ταμείο βοήθειας για τα θύματα της Bild, και 400 συγγραφείς, δημοσιογράφοι και καλλιτέχνες συνυπέγραψαν κείμενο με το οποίο δήλωναν ότι δεν πρόκειται να ξαναδουλέψουν για το εκδοτικό συγκρότημα Springer.
Τα συμφέροντα που θίχθηκαν κατά καιρούς από την παρουσία του δημοσιογράφου με τα πολλά ψευδώνυμα δεν έμειναν φυσικά με σταυρωμένα χέρια. Μια τεράστια επιχείρηση δυσφήμισης του Βάλραφ βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, και δεκάδες δικαστικές αποφάσεις έχουν κάνει τη δράση του σχεδόν αδύνατη. Ακόμα και τα βιβλία του, παρά τη μεγάλη τους κυκλοφοριακή επιτυχία συναντούν την άρνηση των εκδοτών, που δεν θέλουν να τα βάλουν με το μεγάλο αφεντικό του γερμανικού Τύπου.
 
 


(Ελευθεροτυπία, 26/2/1995)

 

www.iospress.gr                                          ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ