Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ

Οι καλοί μαθητές του Δρος Μένγκελε

1.  /  2.

ΑΠΟΣΤΕΙΡΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

Οι δάσκαλοι του Χίτλερ

Στις δίκες της Νυρεμβέργης το 1946, οι γερμανοί γιατροί που κατηγορούνταν για υποχρεωτικές στειρώσεις σε βάρος εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών της χώρας τους εμφανίστηκαν με μια αναπάντεχη υπερασπιστική γραμμή: η εθνικοσοσιαλιστική ιατρική είχε αντλήσει τη θεωρία αλλά και τις πρακτικές της εφαρμογές από την αντίστοιχη αμερικανική εμπειρία. Οσο περίεργο και αν φαίνεται σήμερα, οι αμερικανοί κατήγοροι υποχρεώθηκαν να αποδεχθούν το επιχείρημα. Ετσι, οι ναζιστές γιατροί που υπήρξαν υπεύθυνοι για έναν τεράστιο αριθμό στειρώσεων ανδρών και γυναικών (400.000 κατά μετριοπαθείς υπολογισμούς) δεν επρόκειτο να τιμωρηθούν για το συγκεκριμένο έγκλημά τους. Δεν γινόταν διαφορετικά: την εποχή εκείνη, ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις επέτρεπαν την αναγκαστική στείρωση συγκεκριμένων ατόμων τόσο σε αρκετές αμερικανικές πολιτείες όσο και σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες.
Πρόσφατες έρευνες έχουν φωτίσει με αδιάσειστα στοιχεία τη στενή συνεργασία των αμερικανών με τους γερμανούς ευγονιστές τα χρόνια που προηγήθηκαν του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Είναι πλέον γνωστό ότι ο Χίτλερ θεωρούσε "Βίβλο" το σύγγραμμα ενός αμερικανού ευγονιστή, καθώς και ότι ο πρώτος ναζιστικός νόμος που επέτρεπε τη στείρωση (Ιούλιος 1933) και αφορούσε την "πρόληψη της μεταβίβασης κληρονομικών ασθενειών" αποτελούσε στην πραγματικότητα αντιγραφή αντίστοιχου νόμου που ίσχυε ήδη στην Καλιφόρνια. Είναι προφανές ότι οι φρικιαστικές διαστάσεις που απέκτησε η πρακτική της αναγκαστικής στείρωσης των πάσης φύσεως "ανεπιθύμητων" την εποχή του εθνικοσοσιαλισμού συσκότισε κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες ένα γεγονός που μαρτυρείται πλέον από πάμπολλες μελέτες: Οταν ο Χίτλερ αναλάμβανε να "εξυγιάνει" την αρία φυλή, πρέπει να μην ένιωθε καθόλου μόνος...
Από το 1883 που ο Βρετανός Φράνσις Γκάλτον πρότεινε τον όρο eugenics για να ονομάσει την επιστήμη της "βελτίωσης της φυλής", οι ευγονικές θεωρίες γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη σε Ευρώπη και Αμερική. Είναι βέβαιο ότι οι ευγονικές προσεγγίσεις δεν υπήρξαν πάντοτε συνώνυμες με ολοκληρωτικές "εξυγιαντικές" ουτοπίες. Συχνά, ωστόσο, οι ευγονιστές δελεάστηκαν από τις υποσχέσεις μιας πολιτικής που θα επέτρεπε τη στείρωση των "αποκλινόντων" στο όνομα άλλοτε της καθαρότητας της φυλής και άλλοτε του κοινωνικού κόστους που συνεπάγεται για την πολιτεία η διατήρηση των "κοινωνικά επιζήμιων" μελών της. Ετσι, απόψεις που θεωρήθηκαν εκ των υστέρων ναζιστικής έμπνευσης, κυκλοφορούσαν ευρύτατα τις δύο μεσοπολεμικές δεκαετίες, κατά τις οποίες μάλιστα γνώρισαν και τις πρώτες εφαρμογές τους.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, μια πολύπλοκη νομοθεσία επέτρεπε ή και επέβαλε τη στείρωση των "ελαττωματικών" ατόμων σε τριάντα τρεις πολιτείες. Επίσημα στοιχεία αναφέρουν ότι οι Αμερικανοί που είχαν υποστεί στείρωση από το 1907 ως το 1928 ξεπερνούσαν τις 10.000, ενώ έως το 1948 ο αριθμός τους έφθασε τις 50.000. Παρ' ότι τα Ανώτερα Δικαστήρια ορισμένων πολιτειών είχαν χαρακτηρίσει αντισυνταγματική τη σχετική νομοθεσία, οι νόμοι που επέτρεπαν την ευγονική στείρωση παρέμειναν ενεργοί σε πολλές αμερικανικές πολιτείες κατά τις τρεις πρώτες δεκαετίες του αιώνα, απαλλάσσοντας από κάθε ποινική ευθύνη εκείνους που τους έθεταν σε εφαρμογή. Παρόλο που ποίκιλλαν από πολιτεία σε πολιτεία, οι νόμοι αυτοί προέβλεπαν συνήθως τη στείρωση των "ψυχασθενών, των διανοητικά καθυστερημένων, των επιληπτικών, των εγκληματιών, των συφιλιδικών, των αλκοολικών, των ηθικά έκφυλων και των σεξουαλικά διεστραμμένων". Σε όλες, πάντως, τις πολιτείες προβλεπόταν η στείρωση για τους τρόφιμους των ορφανοτροφείων, ασύλων, νοσοκομείων και φυλακών.
Κρατικές πολιτικές στείρωσης εφαρμόστηκαν επίσης νόμιμα στον Καναδά και την Ελβετία. Η Ελβετία, μάλιστα, όπου το καντόνι του Βο ψήφισε το 1928 νόμο που επέτρεπε τη "στείρωση των ανωμάλων", είναι η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που απέκτησε σχετική νομοθεσία. Την ίδια εποχή, στην Αγγλία και στη Γαλλία διεξαγόταν μια έντονη συζήτηση μεταξύ των ειδικών, από την οποία προκύπτει ότι οι οπαδοί της υποχρεωτικής στείρωσης των "κοινωνικώς αποροσαρμόστων και ανεπιθυμήτων" ήσαν ασφαλώς περισσότεροι από όσο αφήνει να διαφανεί το γεγονός ότι στις χώρες αυτές η νομοθετική ρύθμιση του μέτρου συναντούσε ισχυρές αντιστάσεις. Στη Γαλλία, πάντως, που θεωρείται η πλέον αντιευγονική ευρωπαϊκή χώρα, φαίνεται ότι ορισμένες εποχές προτιμήθηκαν κάποιες "ήπιες" μέθοδοι απαλλαγής από το βάρος των "κοινωνικά επιζήμιων": 40.000 έγκλειστοι έμελλε να πεθάνουν από πείνα στα ψυχιατρεία την εποχή του καθεστώτος του Βισί. Τον ίδιο καιρό, οι σκανδιναβικές χώρες έδειχναν πιο έτοιμες να προχωρήσουν στη στείρωση των "εκ γενετής οπισθοδρομικών, των ηλιθίων και των επιληπτικών". Από το 1935 ως το 1949, στις χώρες αυτές στειρώθηκαν πολύ περισσότερα από 20. 000 άτομα, κατά κύριο λόγο γυναίκες. Στη Δανία, μάλιστα, ευνουχίστηκαν τουλάχιστον 400 άνδρες που είχαν χαρακτηριστεί "ανώμαλοι και σεξουαλικοί εγκληματίες".
Ο απόηχος των διεθνών ευγονικών συζητήσεων είχε φθάσει από τη δεκαετία του '20 στην Ελλάδα, όπου το θέμα απασχόλησε επανειλημμένα γιατρούς από όλο το πολιτικό φάσμα. "Γάμος, μητρότης ρωμαλέα, πλουσία και γόνιμος. Ιδού τι έχει ανάγκη η φυλή μας διά να ορθοποδήσει εις την εθνικήν της σταδιοδρομίαν", έγραφε το 1922 ο γιατρός Μ.Μ. Μωυσείδης στο βιβλίο του "Ευγενισμός και γάμος". Τα πρώτα αυτά χρόνια, η φροντίδα των ελλήνων ευγονιστών αφορούσε περισσότερο την πρόληψη της γέννησης "ελαττωματικών" παιδιών και οι προτάσεις τους περιορίζονταν συχνά στην ανάγκη καθιέρωσης ενός προγαμιαίου πιστοποιητικού υγείας των μελλονύμφων. Η ψήφιση, ωστόσο, του χιτλερικού νόμου του 1933 είχε σημαντικό αντίκτυπο στην Ελλάδα, όπου ξέσπασε μια έντονη διαμάχη μεταξύ οπαδών και πολεμίων του μέτρου της στείρωσης των "ανεπιθύμητων" ατόμων. Ορισμένοι δήλωσαν τότε την απέχθειά τους προς τη ναζιστική ρύθμιση ως μέτρο ανελεύθερο και απάνθρωπο (π.χ. Σ. Βλαβιανός), ενώ αρκετοί ζήτησαν τη μερική εφαρμογή της (π.χ. για τους λεπρούς ο Κ. Χαριτάκης, για τους συφιλιδικούς ο Δ. Κόλιας). Μεγάλη, ωστόσο, μερίδα θα επιδείκνυε μια εύγλωττη αμφιθυμία: η στείρωση "συνετώς και μεμετρημένως και υπό ωρισμένας προϋποθέσεις εφαρμοζομένη είναι ικανή να προσφέρη υπηρεσίας θετικάς διά την καταπολέμησιν του εκφυλισμού και την προστασίαν και βελτίωσιν της φυλής", ανέφερε ο ίδιος Μ.Μ. Μωυσείδης σε μεταγενέστερη μελέτη του. Συμπλήρωνε, ωστόσο, ότι η νομοθετική θέσπισή της ήταν πρόωρη, καθώς στην Ελλάδα η ευγονική συνείδηση δεν είχε ακόμη διαδοθεί ικανοποιητικά. ("Ευγονική αποστείρωσις", 1934).


ΕΛΛΑΔΑ 1934

Στειρώσεις με καθαρή συνείδηση

Λίγο μετά τη θέσπιση των Δικαστηρίων Κληρονομικής Υγείας στη Γερμανία (Ιούλιος 1933) στα οποία γιατροί και δικαστές αποφάσιζαν, εν ονόματι της καθαρότητας της φυλής, την στείρωση διαφόρων "αρρώστων και επικινδύνων" κατηγοριών του πληθυσμού, η ναζιστική ιδέα της "πρόληψης της μεταβίβασης των κληρονομικών ασθενειών" ήρθε και στην Ελλάδα. Πριν ακόμα την φασιστική δικτατορία του Μεταξά, δεν ήταν λίγοι αυτοί που γοητεύτηκαν από τις ευγονικές νομοθετικές ρυθμίσεις των ναζί οι οποίες - όπως έλεγαν- αν εφαρμόζονταν ορθολογικά θα μπορούσαν να καταπολεμήσουν τον εκφυλισμό και να βελτιώσουν τη ελληνική φυλή. Αλλωστε, ανάλογες αντιλήψεις είχαν ήδη εισαχθεί και συζητηθεί από τις προηγούμενες δεκαετίες, ακολουθώντας όσα συνέβαιναν σ' ολόκληρη την Ευρώπη και την Αμερική .
Ενα παράδειγμα παρόμοιου προβληματισμού συναντάμε σε πρωτοσέλιδο άρθρο της "Καθημερινής" (σε τρεις συνέχειες, 22,25 και 26 Φεβρ. 1934) του Γ.Α. Κατωπόδη, με τον εύγλωττο τίτλο "Το Ελληνικόν σωφρονιστικόν πρόβλημα και ο Χιτλερικός νόμος της στειρώσεως". Ο συγγραφέας αναζητεί "ριζικές λύσεις" για να αντιμετωπιστεί η εγκληματικότητα και το αδιέξοδο του σωφρονιστικού συστήματος. Το νέο γερμανικό μοντέλο θωράκισης της "υγειούς και καθαρής κοινωνίας" έρχεται να ενθαρρύνει όλες τις ως τότε ευγονικές ανησυχίες του. Πρωταρχικό του μέλημα να αποσυμφορήσει τις άθλιες φυλακές που κι εκείνη την εποχή είχαν ξεχειλίσει από κάθε είδους "μιάσματα", ανάμεσα τους και πολλοί παραβάτες (υπότροποι μάλιστα) του ν. 4229 περί προστασίας του κοινωνικού καθεστώτος. Το μέτρο της υποχρεωτικής στείρωσης κατά τη γνώμη του, "υποβιβάζον το εγκληματολογικόν ποσοστόν και περιορίζον τούτο εις μόνιμον ατροφίαν, θα επολλαπλασίαζε τον χώρον του ελληνικού σωφρονιστηρίου και θα εδημιούργει εκ τούτου ατμόσφαιραν τα μάλα ευνοικήν, ικανήν να ανεχθή τουλάχιστον την προσπάθειαν, εάν ουχί να εκκολάψη την λύσιν". Διότι "η ουσιωδεστέρα πηγή της εν τω σωφρονιστηρίω αναρχίας, αποτελεί η στενότης του χώρου, εξ ης η πειθαρχία πρώτον διασαλεύεται, η εν τη φυλακή εγκληματικότης ύστερον αυξάνει, ωρισμέναι μονίμως φθείρουσαι νόσοι ανθούσι, τέλος η υποτροπή ελλείψει και υπονοίας έστω σωφρονισμού, πολλαπλασιάζεται. Προφανές άρα ότι περιορισμός της εγκληματικότητος, θα εσήμαινε την δημιουργίαν ευνοικών συνθηκών των σωφρονιστικών πραγμάτων. (...) Και εν τη ερεύνη των αιτίων του εγκλήματος γίνεται σήμερον λόγος περί της στειρώσεως εκείνων δια τους οποίους υπάρχουσι οι βάσιμοι φόβοι ότι θα γονοιμοποιήσωσιν επικινδύνως δια την κοινωνίαν. Και μέτρον τούτο καθιερούται σήμερον εις μίαν μεγάλην χώραν την Γερμανίαν, όπου ήδη τίθεται η ευγονία εν τω πρώτω μέρει του αναδημιουργικού προγράμματος, προικιζομένης δια νομικής καθιερώσεως της επιστημονικής αντιλήψεως, εις τους πάσχοντες εκ νόσων κληρονομικώς μεταδοτικών. (...) Σήμερον στρατιά σοφών επιστημόνων συνηγορεί υπέρ της εγκληματικής προδιάθεσης τύπων τινών, εναντίον των οποίων οι νόμοι έστρεψαν το όπλον του μηδενισμού της τεκνογόνου ικανότητος." Στη συνέχεια ο Κατωπόδης εξετάζει τα ωφελήματα από την ενδεχόμενη εφαρμογή της στείρωσης στην Ελλάδα, σύμφωνα πάντοτε με τις "επιστημονικές" απόψεις της εποχής. Κάπου 14.000 άνθρωποι σε σύνολο 6,6 εκατομμυρίων ελλήνων θα έπρεπε να στειρωθούν επειδή ήταν "ψυχοπαθείς, αλκοολικοί, χασικλίδες, μορφινομανείς, φυματικοί, συφιλιδικοί ή πάνω από τρείς φορές υπότροποι εγκληματίες".
Ευτυχώς για τους περισσότερους από τους "περιθωριακούς" συμπατριώτες μας, που το ελληνικό κράτος δεν ήταν εφάμιλλο των καλοοργανωμένων της Δύσης. Ο ίδιος ο σχολιαστής της "Καθημερινής" ελαφρώς απογοητευμένος και αφού μεμφθεί τους διευθυντές των ψυχιατρικών μονάδων οι οποίοι δεν του απέστειλαν τους πλήρεις φακέλους των ασθενών τους, ομολογεί: "Εν τοιαύτη περιπτώσει το ζήτημα θα ελάμβανε επικινδύνους διαστάσεις και ουδείς ειδικός θα ετόλμα να συστήση την στείρωσιν κατ' αναλογίαν ενός ατόμου προς 470 περίπου κατοίκους. Παρόμοια μέτρα ανεκτά εις χώρας 70 εκατομμυρίων καθώς η Γερμανία, εις Κράτη σεβόμενα την κοινωνικήν υγιεινήν και μεριμνώντα υπέρ αυτής, τουλάχιστον τόσον όσον απαιτείται δια να εξασφαλισθή η λειτουργία των σχετικών στατιστικών και η πίστις προς αυτάς, δεν ενδείκνυνται εν Ελλάδι, όπου η κοινωνική πρόνοια υπνωττεί και η στατιστική η αφορώσα τα κατ' αυτήν υπάρχει μόνον προς το θεαθήναι". Ομως υπάρχει και η εξαίρεση όπου μπορούν να γίνουν κάποια βήματα του ευγονικού εκσυχρονισμού και στην "ψωροκώσταινα". "Εάν δεν δυνάμεθα να έχωμεν τα απαραίτητα δεδομένα διά την εφαρμογήν επί πασών των απαριθμηθεισών περιπτώσεων του μέτρου της στειρώσεως, ασφαλώς επί του κεφαλαίου της ΥΠΟΤΡΟΠΗΣ, ενσυνειδήτως θα επετρέπετο να ανατρέξωμεν εις τα πορίσματα της παρ' ημίν σωφρονιστικής στατιστικής (...) Μετά ταύτα, θα δυνηθώμεν καθαρά συνειδήσει να πιστεύσωμεν ότι οι απομένοντες ούτω υπότροποι αποτελούσι την τάξιν από των οποίων πάση δυνάμει πρέπει την κοινωνίαν να απαλλάξωμεν (...) Να αναζητηθή ο αριθμός και το είδος εκείνων οι οποίοι θα απομείνωσιν υπότροποι και θα υποβληθώσι, δικαίως, εις το μέτρον της στειρώσεως".
 


(Ελευθεροτυπία, 29/1/1995)

 

www.iospress.gr                                          ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ